Η σχετικότητα της τελειότητας

238

Η γραφή στα βιβλία της ιστορίας δεν αφήνει κάποιον αδιάφορο. Χρησιμοποιείται, δε, τόσο συχνά που θαρρείς πως η ιστορία θα πάρει την πένα με το φτερό χήνας και θα αρχίσει να γράφει άμεσα. Η καταγραφή, γενικώς, είναι απαραίτητη, διότι οι παραδόσεις και η στατιστική έχουν σπουδαία δυναμική. Μπορεί να υπάρχει εκείνος ο αφορισμός που αναφέρει ότι «η στατιστική είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να πεις ψέματα», αλλά δεν κάνει να ξεγελαστούμε: αυτό ισχύει μόνο για κάποιον που θεωρεί ότι λέει πάντα την αλήθεια. Λέει συνήθως– όπως συμβαίνει και με τις παραδόσεις- την αλήθεια.

Η Μπάιλς είναι το τελευταίο αριστούργημα της ενόργανης γυμναστικής και το πιο εξελιγμένο στην ιστορία του αθλήματος. Επίσης έγινε η πρώτη Αφροαμερικανίδα που κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στο σύνολο, μία σπουδαία φυλετική στιγμή που δεν αφορά μόνο στο κοινωνικοπολιτικό status quo αλλά και στην αθλητική ισορροπία, το ρόλο των μαύρων σε σπορ που δεν φαινόταν να κατέχουν τη δομή τους. Τούτο, όμως, είναι ζήτημα διαφορετικό.

Ωστόσο, αν και δεν έχει ξαναγίνει τέτοιο πρόγραμμα ποτέ στις ασκήσεις εδάφους στους Ολυμπιακούς Αγώνες, η 19χρονη Αμερικανίδα δεν πήρε το δεκάρι, δηλαδή το τέλειο στη γυμναστική. Ο λόγος δεν είναι άλλος από το γεγονός πως από το 1992 και έπειτα το άθλημα είναι εντελώς διαφορετικό. Είναι, σχεδόν, δύο διαφορετικά αθλήματα. Συν, ασφαλώς, ότι δεκάρι δεν υπάρχει πια. Το άριστα καταργήθηκε.

Ό,τι συμβαίνει στον κόσμο αφορά στις τέσσερις διαστάσεις (μήκος, πλάτος, ύψος) του χωροχρόνου, με το χρόνο να είναι η τέταρτη. Ό,τι συμβαίνει στον ανθρώπινο κόσμο αφορά στις τέσσερις διαστάσεις, τον καιρό, συν τη μνήμη και τα αντανακλαστικά. Η αυθυποβολή είναι επίσης ένας σημαντικός λόγος για να θέσεις τη ροή των γεγονότων για τα οποία μπορείς να αποφασίσεις σε μία τροχιά. Και η σύγχρονη ιστορία της ενόργανης γυμναστικής Γυναικών αρχίζει το 1972, στο Μόναχο. Όταν, στους ασύμμετρους ζυγούς, μία μικροσκοπική Ρωσίδα, η περίφημη Όλγκα Κόρμπουτ, έκανε το «Korbut Flip».

Εκείνη η παράσταση ήταν μοναδική στα χρονικά του αθλήματος. Η συντριπτική πλειοψηφία των θεατών στο ολυμπιακό γυμναστήριο του Μονάχου έμεινε με το στόμα ανοικτό. Το πρόγραμμα, από την αρχή ως το τέλος του, ήταν έμπλεο ρίσκου και δυναμικής, αμφισβητούσε τους κανόνες της μηχανικής. Οι κριτές, βλέποντας κάτι τέτοιο, κάτι που έπρεπε να κάνει χώρο ο νους σε μία μπάντα για να χωρέσει, σάστισαν. Αλλά στη βαθμολογία δεν έβαλαν το πρώτο δεκάρι.

Οι κριτές στα σπορ, από εκείνους που καθορίζουν τα αποτελέσματα σε αγώνες πυγμαχίας, τάε κβον ντο, τζούντο, αγώνες που δεν κρίνονται ξεκάθαρα, μέχρι αυτούς που ψηφίζουν για τον Πολυτιμότερο Παίκτη μίας διοργάνωσης, προέρχονται από τον παλιό εβραϊκό νόμο. Υπήρχαν 23 δικαστές που αποφάσιζαν για τους «παράνομους» και έπρεπε να συμφωνήσουν όλοι, ώστε κάποιος να θανατωθεί. Αν έστω και ένας δε συμφωνούσε, ο ένοχος γλίτωνε τη ζωή του. Στην περίπτωση της Κόρμπουτ υπήρχε κάποιος που δεν συμφωνούσε. Ακολούθησαν αποδοκιμασίες. H «Αγαπημένη του Μονάχου» πήρε τρία χρυσά, στο ομαδικό, στις ασκήσεις εδάφους και στη δοκό ισορροπίας, αλλά το πρόγραμμά της στους ασύμμετρους ζυγούς όταν κρινόταν το χρυσό στο συγκεκριμένο αγώνισμα δεν ήταν το ίδιο με εκείνο που βοήθησε τη Σοβιετική Ένωση να πάρει το χρυσό στο ομαδικό. Οι αποδοκιμασίες στο Μόναχο έπαιξαν το ρόλο τους στα χρόνια που έρχονταν.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, η 14χρονη Νάντια Κομανέτσι πήρε το πρώτο δεκάρι. Το πήρε στους ασύμμετρους ζυγούς, αλλά με ένα πολύ πιο συμβατικό πρόγραμμα από την Κόρμπουτ. Η ίδια η Ρουμάνα έχει παραδεχθεί ότι δεν το άξιζε. Μπορεί να ήταν αιθέρια, σαν νεράιδα που χορεύει ακροποδητί δίπλα στα φιορδ την ώρα του ηλιοβασιλέματος, παρ’ όλα αυτά η άσκησή της δεν είχε τον απαιτούμενο δείκτη δυσκολίας. Ήταν μία πιο βελτιωμένη έκδοση της ρουτίνας που κατά κόρον χρησιμοποιούνταν. Δεν υπήρχε αμφιβολία: εκείνο το δεκάρι που δεν δόθηκε έφερε το πρώτο δεκάρι που δόθηκε. Έπειτα, ένας ανεμοστρόβιλος από δεκάρια επισκέφθηκε το άθλημα.

Fan fact: ο πίνακας στο Μόντρεαλ δεν έγραψε 10, αλλά 1.00. Ο Μπέλα Καρόλι, αυτή η θρυλική φιγούρα στα γυμναστήρια όλου του κόσμου, αναρωτήθηκε αν η αθλήτριά του έκανε κάτι λάθος. Βεβαίως δεν έκανε. Ήταν ένα πρόγραμμα χωρίς λάθη, ένα άριστο πρόγραμμα, απλώς όχι το πιο δύσκολο που μπορούσες να βρεις.

Η Κομανέτσι πήρε 7 δεκάρια στο Μόντρεαλ και είναι λησμονημένα τα 3 που πήρε η θεσπέσια Σοβιετική με το ονοματεπώνυμο Νέλι Κιμ. Στη Μόσχα, το 1980, εννιά γυμνάστριες πήραν άριστα και η Κομανέτσι πήρε 2. Στο Λος Άντζελες, τέσσερα χρόνια αργότερα, η κατάσταση έφτασε σε εκφυλιστικό βαθμό: δόθηκαν 44 δεκάρια. Και έλειπαν οι Σοβιετικές, λόγω του μποϊκοτάζ. Στη Σεούλ δόθηκαν 28.

Σε 12 χρόνια και 4 διοργανώσεις Ολυμπιακών Αγώνων δόθηκαν 92 δεκάρια. Μπορούσες να πέσεις από το κρεβάτι σου την ώρα που κοιμόσουν και να σου δώσουν δεκάρι. Το πρόβλημα με τα δεκάρια είναι ότι δεν έχει παρακάτω. Κι ενόσω οι γυμνάστριες της δεκαετίας του ’80 απολάμβαναν τις επιτυχίες τους, η Συζήτηση έπρεπε να γίνει. Τι ήθελαν οι μύστες του αθλήματος; Επιθυμούσαν το κουφάρι της τελειότητας ή ήθελαν ένα είδος επανάστασης;

Η τελειότητα είναι ο στόχος του ανθρώπου, σε κάθε περίπτωση, είτε αναμασάς τη θρησκευτική ιστορία είτε πορεύεσαι εκ των έσω. Ένα ζήτημα, ωστόσο, ήταν ότι αν η τελειότητα είχε επιτευχθεί, τότε δεν θα ήταν εφικτό να ξεχωρίσει μία νέα γυμνάστρια, η οποία θα έφερνε την επανάσταση σε κάποιο αγώνισμα. Θα μπορούσε να πάρει το δεκάρι της, αλλά σε περίπτωση που κάποια συνάδελφός της έκανε μία συνηθισμένη ρουτίνα στις ασκήσεις εδάφους, λόγου χάρη, δεν θα γινόταν να ξεχωρίσεις τη διαφορά.

Photo Milosovici

Στη Βαρκελώνη, το 1992, δόθηκαν μόλις δύο δεκάρια. Σύμφωνα με το βιβλίο της Ντβόρα Μέγερ, το τελευταίο δεκάρι δόθηκε στη Ρουμάνα Λαβίνια Μιλοσοβίτσι, στις ασκήσεις εδάφους και δεν ήταν, καν, τόσο δύσκολο όσο κάποια άλλα προγράμματα στις ασκήσεις εδάφους της ίδιας διοργάνωσης. Αν μπορεί μία αθλήτρια να νικάει τις συναθλήτριές της με την πιο συνήθη ρουτίνα και αν αυτή η ρουτίνα γίνεται να βραβεύεται με άριστα, τότε βρισκόμαστε ενώπιον παραδοξότητας. Η Μιλοσοβίτσι μπορεί να έπιασε τον παλμό των κριτών από τις προηγούμενες διοργανώσεις, πάντως δεν αποφάσισε να δημιουργήσει. Η ενόργανη, ένα σπουδαίο άθλημα για να παρακολουθείς, είχε φθάσει στο τέλμα που η δημιουργικότητα δεν γινόταν να βραβευτεί με άριστα. Ήταν ένας κανόνας, ο οποίος δεν αποτελεί το μέρος μίας αβύσσου. Συνήθως αυτή είναι η ροπή των καταστάσεων στο ανθρώπινο είδος, αρχής γενομένης από το σχολείο και προχωρώντας προς την αγορά εργασίας και το τέλος της ζωής.

Πριν από 10 χρόνια η Παγκόσμια Ομοσπονδία αποφάσισε να ξεμπερδέψει μια για πάντα με το άριστα. Δεν είχε δοθεί στην Ατλάντα και το Σίδνεϊ, το 1996 και το 2000 αντιστοίχως. Είναι περίπου το χρονικό διάστημα που ο κόσμος τίναξε από το πέτο του τα τελευταία χνούδια των επιρροών του Ψυχρού Πολέμου. Ειδικά στον αθλητισμό, όλες οι αποφάσεις τις δεκαετίας του ’70 και του ’80 σε διεθνές επίπεδο είχαν άμεση ή έμμεση σχέση με τον Ψυχρό Πόλεμου.

Τέλος το άριστα, λοιπόν. Δεν ξανασχολούμαστε μαζί του. Πού πάμε τώρα;

Στην επιβράβευση του ταχύτερα, ψηλότερα και πιο δυνατά. Όσο πιο υψηλός είναι ο δείκτης δυσκολίας μίας άσκησης, τόσο πιο πολύ επιβραβεύεται η άρτια εκτέλεσή του και τόσο μεγαλύτερη επιείκια υπάρχει στη ζημία. Υπάρχουν, βεβαίως, και κινήσεις που απαγορεύονται, άπαξ και κριθεί ότι η σωματική ακεραιότητα κινδυνεύει. Συνήθως, τέτοιες ασκήσεις έρχονται από την Κίνα, που δεν θέλησε να συμφιλιωθεί με τα νέα παγκόσμια δεδομένα και που η ζωή συνεχίστηκε σαν να μην άλλαξε ο χάρτης στη Γη.

Από εκείνο το απίστευτο πρόγραμμα της Όλγκα Κόρμπουτ έως την οριστική «καρατόμηση» της παλαιάς βαθμολόγησης πέρασαν 44 χρόνια. Αν η Σοβιετική δεν το έχει σκεφτεί, πιθανώς κάποιος να το έχει: από εκείνη την παράσταση στους ασύμμετρους ζυγούς έπρεπε να περάσει σχεδόν μισός αιώνας για να φθάσει η ενόργανη στο σημείο που θα έπρεπε να έχει πάει από εκείνο το καταπληκτικό πρόγραμμα, πριν περάσει στο Άριστα 10 και, τελικά, εκφυλιστεί από τη συνήθεια.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ