Τζιοβάνι Σίλβα ντε Ολιβέιρα: Ένας επίγειος ποδοσφαιρικός θεός

155

Γράφει ο Θωμάς Κόγκας

Στην Abaetetuba της Βραζιλίας γεννήθηκε πριν από 47 χρόνια (4 Φεβρουαρίου 1972) ο Τζιοβάνι Σίλβα ντε Ολιβέιρα. Όπως είχε γράψει ο Zastro σε ένα εκτενές και πολύ σπάνιο σε αξία αφιέρωμα για τον μεγάλο Βραζιλιάνο, η συγκεκριμένη περιοχή που γεννήθηκε ο Βραζιλιάνος αρτίστας, είναι η πόλη της ομάδας των αληθινών ανδρών όπως μαρτυρά το όνομά της (Abá-άνδρας, Eté-αληθινός και Τyba-ομάδα) στην τοπική γλώσσα των Tupi. Ευλογημένος τόπος, μονάκριβος, σε βαθμό να έχει χαρακτηριστεί προστατευόμενη περιοχή. Στις αρχές του θεσμού των προστατευόμενων περιοχών, η επιστημονική προσέγγιση ήταν η απόλυτη προστασία του τόπου και ο αποκλεισμός των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Ίσως λοιπόν και ο ίδιος ο Τζιοβάνι να αποτελεί ένα προστατευόμενο είδος για ένα ποδόσφαιρο που δυστυχώς τείνει να εξαλειφθεί.

Η ΜΑΓΕΙΑ ΠΟΥ ΦΑΝΗΚΕ ΑΠΟ ΝΩΡΙΣ

Τον πρόσεξαν πολύ γρήγορα, δεν είχε καν ενηλικιωθεί όταν ήρθαν από τη γειτονική πόλη του Belèm να τον δουν. Εντυπωσιάστηκαν. Ο μικρός είχε το κεφάλι ψηλά, πάσαρε, σούταρε, πάνω απ’ όλα ντρίμπλαρε με χαρακτηριστική άνεση συνομήλικους και μεγαλυτέρους του. Σχεδόν άμεσα η ιστορική Tuna Luso Brasileira του έβγαλε δελτίο. Στα 17 του χρόνια, ο Ζιοβάνι υστερούσε μόνο τακτικά, άλλωστε ουδέποτε είχε μπει σε καλούπια, πάντα το κέφι του προσπαθούσε να κάνει με την μπάλα. Τη συνέχεια λίγο πολύ όλοι τη γνωρίζετε . Ακολούθησαν μερικοί πολύ επιτυχημένοι δανεισμοί μέχρι να «ψηθεί», ώσπου πέρασε το κατώφλι της μεγάλης Σάντος. Ο Πελέ τον πήρε υπό την προστασία του, είδε στο πρόσωπό του έναν ποδοσφαιριστή που συνδύαζε ταλέντο και τεχνικές αρετές, ικανές να αναστήσουν τη Σαάντος. O Τζιοβάνι θα γίνει το απόλυτο είδωλο στο Σάο Πάολο, στα μέσα της δεκαετίας του ’90 είναι το αστέρι της ομάδας, η ηγετική φυσιογνωμία στην επίθεση που την οδηγεί στην κατάκτηση της δεύτερης θέσης μετά από χρόνια στο βραζιλιάνικο πρωτάθλημα, όπως και στο Paulista.

Έπειτα από 36 συμμετοχές, 37 γκολ και κλήσεις στην εθνική ομάδα τα βραζιλιάνικα ποδοσφαιρικά όρια ήταν πολύ στενά για να τον χωρέσουν. Ακολούθησε η μεταγραφή του στην Μπαρτσελόνα όπου τα δύο πρώτα χρόνια ήταν βασικός, κατακτώντας τίτλους και χαρίζοντας αμέτρητες στιγμές μαγείας στο πλάι του Ρονάλντο, του Ριβάλντο, του Στόιτσκοφ κ.ά.

Την τρίτη και τελευταία σεζόν του στους «μπλαουγκράνα» κάτω από τις οδηγίες του Φαν Χάαλ, με τον οποίο ήταν σε διαρκή κόντρα, ο Τζιοβάνι πραγματοποιεί μόλις 11 συμμετοχές, αποχωρεί και ο δρόμος του τον βγάζει στην Ελλάδα. Έπειτα από τόσα χρόνια οι Έλληνες φίλαθλοι πρέπει να ευχαριστούμε τον Ολλανδό προπονητή γιατί μέσω της κόντρας του με τον Βραζιλιάνο μας έδωσε την ευκαιρία να κατανοήσουμε τι σημαίνει μαγεία…

ΕΝΑΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΟΣ ΘΕΟΣ

Το να γράψει πλέον κανείς για τα εν Ελλάδι κατορθώματα του Βραζιλιάνου είναι μάλλον περιττό. Άπαντες γνωρίζουν και αναγνωρίζουν το μεγαλείο αυτού του μάγου που ανεξαρτήτως του τι ομάδα υποστηρίζει ο καθένας από εμάς, δεν γίνεται να μην υποκλιθείς στον τρόπο που σαγήνευε την μπάλα και σε όσες στιγμές μας χάρισε. Οι 202 συμμετοχές του και τα 98 γκολ του με τα ερυθρόλευκα δεν αρκούν για να εξηγήσουν τη λατρεία προς το πρόσωπο αυτού του ανθρώπου. Η λατρεία προς τον Τζιοβάνι από την εξέδρα του Ολυμπιακού – ασυζητητί το μεγαλύτερο – εξηγείται όπως όλα τα πάθη μόνο ψυχαναλυτικά. Ο Τζιοβάνι δεν λατρεύτηκε γιατί ήταν καλός παίκτης, ή γιατί ήταν ένας μεγάλος αναρχικός μέσα στο γήπεδο, ή γιατί του συνέβησαν πράγματα σκληρά που προκαλούν έτσι κι αλλιώς μια πιο αγαπησιάρικα αντιμετώπιση.

Στην παιδική ψυχοσύνθεση του αγνού (και όχι αυτού που πάει στο γήπεδο για να βρίσει) οπαδού ο μεγάλος παίκτης έχει μια παράξενη ιερότητα. Ο οπαδός του Ολυμπιακού λάτρευε πάντα τους παίκτες και το δέος που οι ιστορίες τους προκαλούσαν. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την υποδοχή που επεφύλαξαν οι οπαδοί του Ολυμπιακού στον τεράστιο Λάγιος Ντέταρι στο μακρινό 1988 ή ποιος μπορεί να ξεχάσει τη λατρεία σε βαθμό παράνοιας που έγινε μίσος και μετά ξανά λατρεία προς το πρόσωπο του θρυλικού Γιώργου Δεληκάρη.

Έτσι λοιπόν και ο Τζιοβάνι ήταν σαν αυτό το παιδικό όνειρο των οπαδών κάθε ομάδας που περιμένουν έναν ποδοσφαιρικό Μεσσία ικανό να αλλάξει τον ρου της ιστορίας αλλά κυρίως να μιλήσει στην ψυχή τους ζωγραφίζοντας στον ποδοσφαιρικό καμβά.

ΓΗΤΕΥΤΗΣ ΤΗΣ ΜΠΑΛΑΣ

Σαν μεγάλος λαοπλάνος και δημαγωγός της μπάλας ο Βραζιλιάνος φρόντιζε πάντοτε αυτή την τρέλα των οπαδών να την εξιτάρει ακόμα πιο πολύ προσπαθώντας πράγματα απίθανα. Ο Τζιοβάνι δεν αγαπήθηκε για όσα πέτυχε: αγαπήθηκε για όσα μπορούσε και όλοι – μα όλοι – στον Ολυμπιακό πιστεύουν πως μπορούσε τα πάντα..

Όπως έγραψε ο Αντώνης Καρπετόπουλος στον «Sportime» το 2005 με αφορμή την αποχώρηση του Βραζιλιάνου από το Λιμάνι. «Ήρθε από τη μυθολογία και σε αυτή επιστρέφει όπως όλοι οι Θεοί». Το κλάμα του σε ραδιοφωνική εκπομπή του ΣΠΟΡ FM 94.6 έπειτα από την ανάγνωση ενός μηνύματος θαυμασμού και ευχαριστιών από έναν φίλαθλο της ΑΕΚ (και του ποδοσφαίρου) αποδεικνύει και τι άνθρωπος ήταν και είναι ο Τζιοβάνι. Ένας μάγος που ίσως το μεγαλύτερο μαγικό που έκανε ήταν ότι κατόρθωσε σε μια χώρα όπως η Ελλάδα που το ποδοσφαιρικό μίσος εντός και εκτός γραμμών κυριαρχεί, που αντί να βλέπουμε το ποδόσφαιρο ως ένα μέσο χαράς, κοινωνικοποίησης και ως φορέα πολιτισμού το βλέπουμε με ακριβώς αντίθετη μορφή, ο Τζιοβάνι κατάφερε να έχει την καθολική αποδοχή, τον καθολικό σεβασμό και κέρδισε την αγάπη από όλους τους υγιείς φιλάθλους, ανεξάρτητα από το τι υποστηρίζει ο καθένας. Το σύνθημα «Τζιοβάνι, Τζιοβάνι για πάντα στο λιμάνι» δεν αποτελεί μια απλή φίλαθλη απαίτηση, αλλά ίσως είναι κάτι σαν έναν ύμνο πίστης προς έναν ποδοσφαιρικό μάγο που μας απέδειξε ότι τα όνειρα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ