Η πιο μειωμένη διαθέσιμη απόσταση

495

Με την πέμπτη Χρυσή Μπάλα, που κατέκτησε, ο Κριστιάνο Ρονάλντο ισοφάρισε τις κατακτήσεις του Λιονέλ Μέσι, με λιγότερες σκιές όμως. Το θέμα, πια, με το θεσμό της «Χρυσής Μπάλας», όταν έφυγε από τα χέρια του «France Football» και βρέθηκε να κατευθύνεται από τους καρεκλοκενταύρους της FIFA, είναι ότι έχασε την ποδοσφαιρικότητά της. Το ίδιο ζήτημα ενέσκηψε και με την αμεσότητα. Η Χρυσή Μπάλα ανέκαθεν ήταν ένας θεσμός ο οποίος δεν αποδιδόταν απαραιτήτως στον καλύτερο ποδοσφαιριστή της χρονιάς, αλλά σε εκείνον που ήταν ο καλύτερος ποδοσφαιριστής της ομάδας ή των ομάδων που κέρδισαν ένα τρόπαιο. Εκείνου, δηλαδή, που πρέπει να μνημονεύεται, όχι μόνο για τις ικανότητές του αλλά, για την παράλληλη προσφορά του στην ιστορία που γράφεται κάθε χρόνο. Πάει να πει, τους τίτλους. Τα προηγούμενα χρόνια όχι πολύ συχνά κάποιος ποδοσφαιριστής που βραβεύτηκε δεν είχε βοηθήσει την ομάδα του να κατακτήσει κάποιον τίτλο.

 

Ο Μέσι κατέκτησε τέσσερις διαδοχικές Χρυσές Μπάλες, από το 2009 έως το 2012, και μία το 2015. Το 2010 και το 2012 δεν υπήρχε λόγος να γίνει. Ακόμα και το ρεκόρ σκοραρίσματος, τα 100 γκολ σε μία ημερολογιακή χρονιά, δεν ήταν τόσο σημαντικά, το 2012, όσο η κατάκτηση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος από την Ισπανία, η οποία έγινε η πρώτη (και παραμένει η μόνη) ομάδα στην ιστορία που κατακτά τρεις διαδοχικούς διεθνείς τίτλους. Αντί, λοιπόν, να βραβευτεί ο Αντρές Ινιέστα, το 2010, που, όχι μόνο πέτυχε το γκολ των «φούριας ρόχας» στον τελικό του Παγκόσμιου Κυπέλλου με την Ολλανδία αλλά και, ήταν από τους κορυφαίους της εθνικής Ισπανίας και της Μπαρτσελόνα και ο ίδιος ή κάποιος άλλος Ισπανός ποδοσφαιριστής το 2012, έστω, ο Ντιντιέ Ντρογκμπά, που μετά από πάρα πολλές προσπάθειες οδήγησε την Τσέλσι στην κατάκτηση του Champions League, η Χρυσή Μπάλα πήγε στον Μέσι. Δύο φορές, στις 5 περιπτώσεις. Τις άλλες τρεις, η Μπαρτσελόνα κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Πήγε, το βραβείο, στον καλύτερο παίκτη της κορυφαίας ομάδας της Ευρώπης εκείνη τη χρονιά. Να γράψω ότι από το 2009 έως το 2012 η Μπαρτσελόνα ήταν η ομάδα που έπαιξε το πλέον στρατοσφαιρικό ποδόσφαιρο στην ιστορία, είναι περιττό. Η Χρυσή Μπάλα, ως βραβείο, δεν δημιουργήθηκε για αυτό, αλλά για να δίνεται σε εκείνον που άφηνε το αποτύπωμά του την κάθε συγκεκριμένη χρονιά. Για τον Ρονάλντο, αντιθέτως, οι σκιές είναι πολύ λιγότερες. Το 2008 η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών, μαζί με το πρωτάθλημα Αγγλίας. Το 2014 και το 2017, η Ρεάλ Μαδρίτης πήρε το ίδιο τρόπαιο, στη δεύτερη περίπτωση μαζί με το πρωτάθλημα Ισπανίας. Το 2016, οι «μερένχες» έφτιαξαν το πρώτο μισό του ριπίτ, κάτι που τελευταία έκανε η Μίλαν το 1990, ενώ η εθνική Πορτογαλίας κατέκτησε το Euro. Μόνο το 2013 μπορεί να πει κάποιος ότι ο Πορτογάλος δεν δικαιούτο το βραβείο, μια και η Μπάγερν ήταν εκείνη που πήρε τον κορυφαίο ευρωπαϊκό διασυλλογικό τίτλο, ενώ η Μπαρτσελόνα έριξε… 15 βαθμούς στη Ρεάλ στο πρωτάθλημα. Ο Φρανκ Ριμπερί ήταν τρίτος, μια και δεύτερος τερμάτισε ο Λιονέλ Μέσι, και αυτό φίλες και φίλοι είναι η FIFA.

Οπότε, σε ό,τι αφορά τη σύγκριση, υπάρχει περίπου ισοδυναμία. Ο Μέσι έχει 4 Champions League και 5 Χρυσές Μπάλες. Ο Ρονάλντο έχει 4 Champions League και 5 Χρυσές Μπάλες. Η διαφορά στο πρακτικό κομμάτι, βεβαίως, είναι ότι ο δεύτερος έχει κατακτήσει και το Euro, σε κόνσεπτ last man standing. Ο πρώτος είναι καταδικασμένος, τουλάχιστον ως το καλοκαίρι του 2018, να ζει με τους τρεις χαμένους τελικούς του Κόπα Αμέρικα, το 3-0 από τη Βραζιλία το 2007 (με την ομάδα του Κάρλος Ντούνγκα να συντρίβει μία υπερπλήρη Αργεντινή με τα… δεύτερα, χωρίς Κακά και Ροναλντίνιο, Αντριάνο, και πρωταγωνιστή τον Ζούλιο Μπαπτίστα) και τα δύο κολλητά παιχνίδια με τη Χιλή, το 2015 και το 2016, αλλά και το χαμένο τελικό του Παγκόσμιου Κυπέλλου του 2014, που έβαλε τον Μάριο Γκέτσε, με το γκολ του στην παράταση, στη λίστα με τους παίκτες που διέπρεψαν στο πιο σημαντικό ματς από αρχής ποδοσφαίρου, χωρίς να έχουν κάνει κάτι σημαντικό στην καριέρα τους. Μία λίστα στην οποία πρώτο όνομα είναι ο Τζεφ Χαρστ, ο Άγγλος επιθετικός που έκανε χατ τρικ στο παιχνίδι του Γουέμπλεϊ με τη Δυτική Γερμανία το 1966 (4-2), συν τοις άλλοις πέτυχε και το πλέον αμφιλεγόμενο γκολ στην ποδοσφαιρική ιστορία. Ουδείς άλλος έχει βάλει, πριν και έκτοτε, τρία γκολ σε τελικό Παγκόσμιου Κυπέλλου.

 

Αυτή η κόντρα, που ουσιαστικά άρχισε από το 2008, τη μέρα που η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ κατέκτησε το τρίτο Κύπελλο Πρωταθλητριών της με το αξέχαστο γλίστρημα του Τζον Τέρι (ίσως και πρωτύτερα, όταν απέκλεισε την Μπαρτσελόνα των «Fantasticos» -Ροναλντίνιο, Μέσι, Ανρί, Ετό- στον ημιτελικό εκείνης της διοργάνωσης), χωρίζεται σε εποχές. Ήδη δύναται να γίνει διακριτό, μια και πλέον μπαίνουμε στο τελευταίο μέρος της, πώς ενδεχομένως να σκιαγραφηθεί τα επόμενα χρόνια, μέχρι να στερεοποιηθεί. Στον Μέσι ανήκει αποκλειστικά το διάστημα 2009-12, ενώ ο Ρονάλντο, από το 2013 και μετά, έχει κάνει την παρουσία του πιο αισθητή, έστω κατάτι. Μπορεί το διάστημα που ο Μέσι μεσουρανούσε να άνοιξε τόσο πολύ την απόσταση που είναι αδύνατον να κλείσει ολοκληρωτικά, παρ’ όλα αυτά από την αρχή η συγκεκριμένη σύγκριση ήταν άνιση.

 

Για να είναι κάτι σπάνιο σημαίνει ότι έχει συμβεί πριν από πολύ καιρό και συμβαίνει ξανά. Στην περίπτωση των Μέσι και Ρονάλντο, η κόντρα είναι πρωτόγνωρη για το παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Καμία άλλη περίπτωση απαντάται, ούτε στα μισά χρόνια από τη δεκαετία, που έχει κρατήσει αυτή εδώ η κολόνια. Επιπροσθέτως, υπάρχει περισσότερη ένταση από το γεγονός ότι οι δύο παίζουν στις πιο σημαντικές ομάδες της Ισπανίας και, πιθανότατα, του κόσμου. Τον τελευταίο καιρό μπορεί να «οσμιστεί» κάποιος τη… φορμόλη που υπάρχει στη συγκεκριμένη σύγκριση. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους: ο πρώτος είναι ότι μία δεκαετία είναι, πράγματι, μεγάλο χρονικό διάστημα, ικανό να κάνει μπαγιάτικο ακόμα και το… μέλι. Ο δεύτερος είναι ότι η εποχή Ρονάλντο δεν αρέσει στους περισσότερους. Βεβαίως, η γιγάντωσή της είναι ένα άλλο ζήτημα, που δείχνει τη σχετικότητα του χρόνου. Αν γινόταν πριν από 40 χρόνια, η πιο πληροφορημένη ενημέρωση που θα μπορούσε να έχει ο φίλαθλος θα ήταν μέσω της καθημερινής συνήθειας του διαβάσματος της εφημερίδας και του δελτίου ειδήσεων, στο τέλος του. Τώρα ο Ρονάλντο δεν είναι μόνο ο ποδοσφαιριστής που έβαλε το γκολ με το οποίο η Ρεάλ νίκησε την Γκρέμιο, αλλά είναι και ο πατέρας ενός αγοριού χωρίς μητέρα, ενώ η σύντροφός του, Τζορτζίνα Ροντρίγκες, έκανε δίδυμα. Τις προάλλες ανέβασε μία οικογενειακή φωτογραφία. Ο Ρονάλντο μάς επισκέπτεται κάθε μέρα, ο Μέσι το ίδιο. Και δέκα χρόνια είναι ούτως ή άλλως ένα χρονικό διάστημα που δύσκολα μπορεί να επιβιώσει κάτι, όπως έγινε στην περίπτωση αυτής της σύγκρισης, η οποία άπαξ και στοιχειοθετήθηκε, ακόμα και ως ελαττωματική, αφορούσε άμεσα άπαντες. Κάθε εποχή με τα επιτεύγματά της κουβαλά πάνω της μία πρωτοτυπία, στο ποδόσφαιρο οι σύγχρονοι καιροί, απαλλαγμένοι από τους ποιητές του, καταραμένους και μη, σιγά σιγά, έχουν σφραγιστεί από κάτι που είναι μοναδικό.

Αν γινόταν να αντιπαραβάλουμε κάπως τη συγκεκριμένη κατάσταση, το πιο συγγενές παράδειγμα υποθέτω ότι θα μπορούσαμε να το βρούμε στα ομηρικά έπη. Ο Μέσι πρέπει να είναι ο Αχιλλέας και ο Κριστιάνο Ρονάλντο ο Έκτορας. Μόνο έτσι, και χωρίς το αποτέλεσμα εκείνης της συγκεκριμένης μάχη, θα γινόταν να εξηγηθεί ότι ο ένας έχει πλεονέκτημα που προκύπτει από το χάρισμα. Ο άλλος είχε επίσης εξωφρενικό ταλέντο, όμως ήταν κάτι που γινόταν να βρεθεί. Κι αν μία από τις διαστάσεις που συγκινεί στα νιάτα είναι η προοπτική, θα ήταν πολύ δύσκολο το 2003, όταν ο πολυμήχανος Φερνάντο Σάντος, προπονητής της Σπόρτινγκ Λισαβόνας τότε, «πάσαρε» τον Κριστιάνο στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, να φανταστούμε έστω ότι ο ίδιος θα εξελισσόταν σε τέτοια περίπτωση ποδοσφαιριστή, που από εντυπωσιακός Ίβηρας εξτρέμ, ένας από τους κλασικούς Ισπανοπορτογάλους, θα γινόταν από μόνος του το μεταβατικό στάδιο στο τι σημαίνει το ποδόσφαιρο σήμερα. Για να τοποθετηθεί ποσοστιαία, αν η καριέρα του Μέσι αποτελείται από 70% ταλέντο και 30% δουλειά, που πρέπει να είναι έτσι, διότι δεν μπορεί κάποιος που όλα του φαίνονται πιο εύκολα από τους υπόλοιπους σε βαθμό κακουργήματος να θυσιάζει τον εαυτό του, αν και αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να δουλεύει, του Πορτογάλου είναι το αντίθετο. Ο Ρονάλντο έβαλε στην ταχύτητα δύναμη, για να μοιάζει με μοτοσικλέτα, έβαλε στο παιχνίδι του γεωμετρία, αντί να παίζει όπως κάποιος που όταν τον βλέπεις είναι σαν να ακούς ακριβώς τη στιγμή που ο Φρέντι Μέρκιουρι αποφασίζει να πιάσει στις ψιλές νότες του το «Bohemian Rhapsody», διέθεσε, μέσα από την ευστροφία που δεν ήταν βέβαιο ότι εξ απαλών ονύχων θα είχε, την όρασή του στην υπηρεσία της επιστημονικής προπονητικής λογικής και, ενώ η εκρηκτικότητά του είναι ακόμα μία από τις πιο δυναμικές καταστάσεις στο παγκόσμιο ποδοσφαιρικό γίγνεσθαι, σταμάτησε να τρέχει ανεξέλεγκτα, την ώρα που η έφεσή του στο γκολ, που διακρίνεται από το μοναδικό συστατικό της ικανότητας του ψηλού παιχνιδιού, η οποία ενδεχομένως να καθόρισε, το μυαλό του ανυπέρβλητου σερ Άλεξ Φέργκιουσον, ήταν ούτως ή άλλως αυξημένη, έγινε ένας τελειοποιημένος ποδοσφαιριστής. Ο ιδανικός ανθρώπινος ποδοσφαιριστής, σε αντίθεση με τον Μέσι, που ασφαλώς ψιθυρίζει γλυκόλογα στο αυτί της μούσας και όλο και σε κάποια γαλάζια λίμνη με πελώρια εκτοπλάσματα εξωγήινης ενέργειας πρέπει να έπεσε μικρός, μένοντας κοντός για να συνομιλεί με τη γη και να κρατάει την αχαρακτήριστη και παρανοϊκή ισορροπία του.

Ότι οι άνθρωποι βαριούνται αυτό το μασίφ δίδυμο, που όμοιό του σε ανταγωνισμό, ρεκόρ και τα αποδέλοιπα δεν έχει υπάρξει ξανά, με ξεπερνά. Το ποδόσφαιρο προοριζόταν να απευθύνεται σε βιονικούς αθλητές, διότι τα λεφτά είναι πολλά και, αν και μερικές φορές αναρωτιέμαι, είναι τόσο απλό. Μπαίνοντας στο 2018, ο Κριστιάνο Ρονάλντο έχει μειώσει την απόσταση από τον Λιονέλ Μέσι όσο μπορεί ένας άνθρωπος να μειώσει την απόσταση με ένα θεϊκό πλάσμα (να ζνταρόβγε, μυθολογικέ παγανισμέ). Και το αξίζει τουλάχιστον όσο αξίζει κάτι κάποιος που έχει αφιερώσει όλη τη ζωή του, σκλαβωμένος, στις βουλές του.

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ