Ο θρύλος του Νεϊμάρ θα είναι το Παγκόσμιο Κύπελλο

344

Το Παρίσι επ’ ουδενί αποτελείται από παρακατιανούς. Ακόμα και αν επρόκειτο για ένα φαινόμενο που δεν είχε αντικρίσει ξανά, το Παρίσι θα κρατούσε την κυριότητα της ύπαρξής του σε πρώτο πλάνο. Διάολε, ενώ η «Vogue» σε όλο τον κόσμο κυκλοφορεί με το όνομα της χώρας που τη δημοσιεύει, στη Γαλλία είναι «Vogue Paris».

Αν ο Νεϊμάρ πήγε στο Παρίσι για να γίνει το πρώτο όνομα της Παρί χωρίς να τριφθεί στις συνειδήσεις των κατοίκων και των φιλάθλων της ομάδας, ατύχησε. Αυτήν τη στιγμή -και ενώ η Ρεάλ Μαδρίτης όντως φυτοζωεί στη Liga, ούσα τέταρτη και μόλις ένα βαθμό πάνω από τη Βιγιαρεάλ- τα ξεκατινιάσματα ενός Ουρουγουανού και ενός Βραζιλιάνου στο Παρίσι ακόμα βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Το μπόνους στον πρώτο σκόρερ, αλλά και το γόητρο, δίνει στον Νεϊμάρ το κίνητρο να αμφισβητεί από την αρχή ξεκάθαρα τον Έντισον Καβάνι, και ο τρικούβερτος καβγάς που έγινε τον Οκτώβρη συνεχίστηκε πριν από 2 εβδομάδες, στο 8-0 της Παρί επί της Ντιζόν. Ο Βραζιλιάνος είχε ήδη πετύχει τρία γκολ, αλλά ήθελε αμέτι μουχαμέτι να εκτελέσει το πέναλτι στο 83’, για να φτάσει τα 4, ενώ ο Καβάνι είχε μόλις 1. Η κομψότητα, που ας πούμε ο Λιονέλ Μέσι επεδείκνυε σε τέτοιες περιπτώσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του, φαίνεται ότι λείπει ξεκάθαρα από τον Νεϊμάρ. Και, παρ’ όλο που το πριμ για τον πρώτο σκόρερ της Παρί από τους Σαουδάραβες είναι εξοργιστικά μεγάλο, περίπου 1 εκατομμύριο ευρώ, ένα ποσό για το οποίο αξίζει ο κόπος του ξεκατινιάσματος, ο Νεϊμάρ συμπεριφέρεται με τέτοιον τρόπο για κάτι πέρα από αυτό. Οπότε, μετά το πέναλτι ήταν λογικό να βγάλει δυσαρέσκεια, αφού άκουσε τους Παριζιάνους να αποθεώνουν ρυθμικά τον Καβάνι.

Οι Γάλλοι είναι γενικώς δύσκολο κοινό. Σε όλα τους: από αθλητισμό ως κινηματογράφο, από επιστήμες ως θέατρο. Το Παρίσι, με όλο τον περιρρέοντα ρομαντισμό και σοβινισμό, όμως, ανέκαθεν ήταν ένα κέντρο αυτοεξόριστων, το προαπαιτούμενο των οποίων ήταν να προσφέρει στην κουλτούρα του τόπου, να μεταδώσουν τις γνώσεις τους. Το Παρίσι μπορεί να σε αφήσει χωρίς να χρειαστεί να το αφήσεις. Αυτή είναι η λειτουργία του.

Ρωτήστε την Ελβετή τενίστρια Μαρτίνα Χίνγκις, που οι Γάλλοι την έκαναν να κλαίει κατά τη διάρκεια ματς στο κεντρικό κορτ το 1999, με αντίπαλο τη Στέφι Γκραφ. Ή τον Ράφα Ναδάλ, που έπρεπε να κατακτήσει για δέκατη φορά την Coupe des Mousquetaires για να αντιληφθεί ζεστασιά στην καρδιά των Γάλλων. Ρωτήστε, αντιθέτως, τον Ρότζερ Φέντερερ, για τις εκδηλώσεις λατρείας προς το πρόσωπό του το 2009, όταν κατέκτησε το μοναδικό Ρολάν Γκαρός του. Ρωτήστε, επίσης, τον Λανς Άρμστρονγκ, νικητή επτά διαδοχικών Γύρων της Γαλλίας στην ποδηλασίας, που, όχι μόνο δεν έγινε αρεστός στην πόλη (παρά τη μάχη του με τον καρκίνο) αλλά, ήταν η γαλλική «L’ Equipe» που ξεκίνησε τον ανένδοτο προς το πρόσωπό του, ένας αγώνας που δε σταμάτησε παρά μόνο όταν παραδέχθηκε, σε συνέντευξη στην Όπρα Γουίνφρεϊ, τη χρήση απαγορευμένων ουσιών.

Ο Νεϊμάρ έχει κάθε δικαίωμα να είναι εκνευρισμένος στο Παρίσι. Απλώς δεν είχε μελετήσει καλά την κατάσταση. Δεν είναι ο Πορτογάλος ιεραπόστολος που έφτασε στη Μοζαμβίκη με τη Βίβλο ανά χείρας και μόλις οι Μοζαμβικανοί άρχισαν να διαβάζουν, είχε κατακτήσει τη γη τους (τυχαίο παράδειγμα). Αν μη τι άλλο, ακόμα και αν είναι, στο Παρίσι δε θα επιτρέψουν σε κανέναν να τους συμπεριφέρεται σαν παρείσακτους. Ειδικά σε κάποιον που απεδείχθη δήμιός τους πριν από 11 μήνες, όταν το δικό του θαύμα οδήγησε την Μπαρτσελόνα σε μία μνημειώδη ανατροπή, με το δικό της 6-1 της 8ης Μαρτίου να διαδέχεται το 4-0 της γαλλικής ομάδας, στις 14 Φεβρουαρίου. Εκείνο το μιράκολο στο «Καμπ Νου», όπως και να έγινε, άνοιξε το ρήγμα στον Νεϊμάρ και τη σχέση του με την Μπαρτσελόνα. Ήταν η ώρα που η φιλοδοξία, στη διάσταση που αναδεικνύεται περισσότερο σε κοσμοπολίτες του δυτικού κόσμου, γιγαντώθηκε μέσα του. Όταν, μετά τη δική του αυταπάρνηση, η ομάδα του έκανε μία ανατροπή που ελάχιστες φορές έχει συμβεί στα Κύπελλα Ευρώπης, οι φίλοι των «μπλαουγκράνα» σήκωσαν τον Λιονέλ Μέσι στις πλάτες τους και ο ίδιος θεώρησε ότι δεν του αποδόθηκαν οι έπαινοι που του έπρεπαν με βάση το λαϊκό αίσθημα, συνειδητοποίησε αυτό που ο Μάικλ Μάντσεν είπε (παραφρασμένο) στον Ντέιβιντ Καραντάιν στην πρώτη σκηνή του «Kill Bill 2»: «Δικαιούται να μας σκοτώσει, μας αξίζει να πεθάνουμε, αλλά όχι ότι θα κάτσουμε να περιμένουμε κιόλας». Δικαιούται να μας σκοτώσει (ο Νεϊμαρ), αξίζει να πεθάνουμε (λόγω της αχαριστίας μας), αλλά όχι ότι θα κάτσουμε να περιμένουμε κιόλας (η Μπαρτσελόνα).

Ο Νεϊμάρ, λοιπόν, δικαίως, όταν βρίσκεται σε συζητήσεις με την υπαρξιακή πλευρά του, νιώθει κάπως αδικημένος για την παγκόσμια αναγνώριση που δεν έχει έρθει, αφού η θητεία του στην Ευρώπη, πρώτα στο κλαμπ-ορόσημο για κάθε Λατινοαμερικάνο και έπειτα σε μία ομάδα που έχει κατακτήσει μόλις έναν ευρωπαϊκό τίτλο, το εδώ και σχεδόν 20 χρόνια απερχόμενο Κύπελλο Κυπελλούχων, δεν έχει ευοδωθεί με καταστάσεις που να παραπέμπουν σε ειδωλολατρία, ακριβώς όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Μέσι στη Βαρκελώνη.

Ο Βραζιλιάνος σίγουρα δεν είναι Μέσι, αλλά μπορεί να γίνει κάτι ανώτερο, ένας συμβολισμός, ένας ποδοσφαιριστής που θα κρίνεται διαφορετικά από τους υπόλοιπους επειδή, σε αντίθεση με τους δύο που του στερούν την πρωτοκαθεδρία στον παγκόσμιο θώκο και που ενδεχομένως να τον αφήσουν με το κοινό αίσθημα να δηλώνει ότι το ποδόσφαιρο είναι πιο φτωχό, μπορεί να κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο με την εθνική Βραζιλίας.

Το παιχνίδι του 26χρονου ποδοσφαιριστή είναι μία βελτίωση του βραζιλιάνικου ζόγκο μπονίτο. Ο Νεϊμάρ είναι σαν τον Ντενίλσον σε ντρίμπλες και αποδέλοιπα καλούδια, μόνο που διαθέτει ηγετική φυσιογνωμία. Αυτό που τον διαχωρίζει από όλους τους υπόλοιπους ντριμπλέρ είναι η ικανότητα να λαμβάνει τη σωστή απόφαση την πιο δύσκολη στιγμή, αντί να προτιμήσει κάτι εντυπωσιακό, που θα κάνει το φιλοθεάμον κοινό να αναρριγήσει από την ομορφιά του. Αυτήν τη στιγμή, ο Νεϊμάρ έχει στο πικ του πολύ μεγαλύτερη απόσταση από το δεύτερο Βραζιλιάνο σε σχέση με εκείνη που είχε ο Ροναλντίνιο, ο Ρονάλντο, ο Ρομάριο, ο Ζίκο, ακόμα και ο Πελέ, στα δικά τους. Συν ότι, ακόμα, δεν έχει χρεωθεί κάποια μεγάλη αποτυχία με την εθνική ομάδα. Μπορεί οι αλαφροΐσκιωτοι να μιλούν για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014 και το 1-7 από μία απίστευτη εθνική Γερμανίας -ίσως την πιο πλήρη όλων των εποχών- μπορεί ακόμα να λέγεται πως ακόμα και αν ήταν ο ίδιος στην ομάδα δεν θα γλίτωναν τουλάχιστον την ήττα, όμως αυτό πανεύκολα αντιστρέφεται: αν η «σελεσάο» κατακτήσει το έκτο δικό της Παγκόσμιο Κύπελλο με τον ίδιο να φορά το νούμερο 10, τη φανέλα που σε συνδυασμό με το αξίωμα του παγκόσμιου πρωταθλητή είναι ό,τι κοντινότερο στην ποδοσφαιρική θέωση, τότε το χαρτί που θα έχει για να διαπραγματευτεί, αν είναι παρτίδα πόκερ, απλώς δεν χάνει.

Η πιο ερωτική μορφή του ποδοσφαίρου ανήκει στις εθνικές ομάδες. Πρέπει να είμαστε δύσπιστοι με τους αθλητές που αρνούνται να υπηρετήσουν τη φανέλα με το εθνόσημο, όπως, επί παραδείγματι, ο Πάολο Ντιμπάλα, που αρνήθηκε να πάρει μέρος στο επετειακό Κόπα Αμέρικα του 2016 με την εθνική Αργεντινής. Αν κάτι είναι κοινό σε όλους τους θρύλους του αθλήματος, είναι τα κατορθώματα με τις εθνικές ομάδες. Ελάχιστοι, ο Αλφρέντο ντι Στέφανο, ο Τζορτζ Μπεστ, έχουν καταφέρει να παρεισφρήσουν στην κατηγορία, αν και περισσότερο χατιρικά γίνεται αυτό. Οι υπόλοιποι έχουν κάτι να δείξουν, ακόμα και αν πρόκειται για ένα χαμένο τελικό Παγκόσμιου Κυπέλλου, όπως στις περιπτώσεις των Γιόχαν Κρόιφ και Φέρεντς Πούσκας. Το θέμα του Λιονέλ Μέσι είναι κατάτι διαφορετικό: ο Αργεντινός δεν κουβαλά την υπερομάδα και, επίσης, είναι ο καλύτερος παίκτης του κόσμου εδώ και μία δεκαετία επισήμως πια, με τα νούμερά του να αναδεικνύουν ότι ίσως να υπάρχει μια κάποια ακαμψία που δε θεωρείται ήδη ο κορυφαίος όλων των εποχών. Αλλά μετά από ένα χαμένο τελικό Παγκόσμιου Κυπέλλου, τρεις χαμένους τελικούς Κόπα Αμέρικα, ένα χαμένο προημιτελικό Κόπα Αμέρικα με την Ουρουγουάη μέσα στην Αργεντινή (ο οβολός που πρέπει να πληρώσουν όλοι, πλην… Μένιππου, στον Χάροντα της Λατινικής Αμερικής, αυτήν τη μικρή χώρα με το θάρρος που θα έφτανε να μετατρέψει τη Σαχάρα σε ωκεανό), η συζήτηση πρέπει να υπάρχει και το θέμα να είναι ανοιχτό. Δε χρειάζεται να την πάρει από το χέρι, αρκεί να είναι εκεί. Ο κόσμος θα το παρουσιάσει έτσι, στους μεταγενέστερους, που θα φαίνεται ότι την έχει πάρει από το χέρι. Είναι αναγκαίο κακό, μάλλον, να βάζουμε τα βρωμοδάχτυλά μας και να σπιλώσουμε τους μύθους που προέρχονται από την αδήριτη λατρεία του λαού, που ως επί το πλείστον είναι πεινασμένος όταν φτιάχνει τους θεούς του.

Εκεί θα βρει ο Νεϊμάρ την εξιλέωσή του. Ο άνθρωπος που, δύο χρόνια μετά από εκείνο το απίστευτο μακελειό από τους Γερμανούς, εκτέλεσε το τελευταίο πέναλτι για να χαρίσει στη Βραζιλία το χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο. Ένα κατιτίς, που δεν ήταν επί της ουσίας το άπαν, αλλά έφτασε για να τον κάνει ένα από τα πρόσωπα της διοργάνωσης και να γεννήσει ξανά αυτήν την αμιγώς βραζιλιάνικη ελπίδα, που θα ανεβάσει τη θερμοκρασία στα γήπεδα της Ρωσίας από τις 14 Ιουνίου έως και, όπως ελπίζουν στη χώρα, τις 15 Ιουλίου. Αν τα καταφέρει, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα θα αλλάξει άρδην. Ο Νεϊμάρ είναι πεινασμένος στο Παρίσι και το Παρίσι είναι τίγρης. Όπως είχε πει ο Γκάρι Όλντμαν Τσόρτσιλ, δεν μπορείς να διαπραγματευτείς με μία τίγρη με το κεφάλι σου μέσα στο στόμα της.