Το ερωτηματικό της συνήθειας

Όταν υπάρχει η παιγνιώδης διάθεση να προβληματιστώ, αναρωτιέμαι ποια μοίρα οδήγησε την παράξενη καριέρα του Αντρέι Κιριλένκο σε αυτό το σημείο. Δηλαδή, πώς στο καλό ένα παιδί με τόσο ταλέντο, με χαρακτηριστικά που θα μπορούσε άνετα να περάσει οντισιόν για εξωγήινο που θέλει να καταλάβει τον κόσμο ξεκινώντας από το Σαν Φρανσίσκο ξέμεινε με ένα Ευρωμπάσκετ, το οποίο κατέκτησε πριν από 10 χρόνια, προς τέρψη της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων που παρακολούθησαν τον τελικό της Μαδρίτης τον Σεπτέμβρη του 2007, ως αουτσάιντερ.

Και πώς στο καλό ο Ολυμπιακός τον έπιασε κότσο δύο φορές. Μία στον τελικό της Κωνσταντινούπολης, το 2012 και μία στον ημιτελικό της Μαδρίτης, το 2013. Ακόμα και τώρα μού είναι δύσκολο να το κατανοήσω. Και αυτό πρέπει να είναι ό,τι δίνει στο κατόρθωμα του Ολυμπιακού το βαθμό δυσκολίας που του ταιριάζει.

Κάποτε ήταν η Ίνις Βαρέζε, που είχε δημιουργήσει το rivalry με τη Ρεάλ Μαδρίτης κυρίως. Μετά ήρθαν τα Γιουγκοπλάστικα-Μπαρτσελόνα, που είχαν τον ίδιο νικητή αλλά και πολλή πλάκα, διότι τότε οι Καταλανοί πρέπει πραγματικά να πίστεψαν, ειδικά μετά την τελευταία ήττα, το 1991 στο Παρίσι, ότι ο σύλλογος δεν θα κατακτούσε ποτέ το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Μετά ήρθε ο Παναθηναϊκός και τα Ομπράντοβιτς-Γκέρσον, που ήταν ισορροπημένα (μία νίκη ο Ομπράντοβιτς στον τελικό της Θεσσαλονίκης το 2000, δύο νίκες ο Γκέρσον στον τελικό της Σουπρολίγκας στο Παρίσι το 2001 και στον ημιτελικό της Μόσχας το 2005, συν τις επικές μονομαχίες τους στους ελληνικούς τελικούς), έπειτα τα Ομπράντοβιτς-Μεσίνα, που ήταν κάπως μονόμπαντα (νίκες του Ομπράντοβιτς στους τελικούς του 2002, του 2007 και του 2009), τώρα τα Ολυμπιακός-ΤΣΣΚΑ. Τέταρτη φορά σε Final 4, τρίτη φορά σε ημιτελικό, η «αρκούδα» δεν έχει πάρει κάτι, παρά μόνο απογοητεύσεις. Δραματικό αριστούργημα, ο τελικός του 2012. Τακτικό αριστούργημα, ο ημιτελικός του 2013. Αριστούργημα αυταπάρνησης, ο ημιτελικός του 2015. Ξανά, μαζί.

Την τελευταία πενταετία, ο Ολυμπιακός έχει γίνει κακό σπυρί για τους ισχυρούς του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Ο ίδιος λογίζεται ισχυρός, αλλά δεν είναι το θηρίο, που θα δίνει ιλιγγιώδη ποσά κάθε χρόνο για να παίρνει τους καλύτερους παίκτες στο στερέωμα. Για την ακρίβεια, ήταν όταν σταμάτησε να το κάνει που βρήκε τη λεωφόρο προς τη δόξα ορθάνοιχτη. Το 2012 ήταν μία διοργάνωση αντίστοιχη του 1991, όταν η Ποπ 84 είχε μείνει… μισή και πάλι κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών ομάδων Ευρώπης. Μόνο με αυτή, ουσιαστικά, μπορεί να συγκριθεί. Φυσικά, υπάρχουν διαφωνίες, αλλά σε αυτήν την περίπτωση δεν γίνεται να στεριώσουν. Ας πούμε, ο Παναθηναϊκός του 2002, που νίκησε στην Μπολόνια, επικράτησε επί μίας ομάδας η οποία είχε ζηλευτό ρόστερ, αλλά σε αυτό υπάρχει και το στοιχείο της ψευδαίσθησης: Ας πούμε, ο Γκρίφιθ, ο δυνατός σέντερ της ΤΣΣΚΑ, περισσότερο ήταν ένας υποψήφιος για να διεκδικήσει τον τίτλο στα βαρέα βάρη στην πυγμαχία και λιγότερο ένας αξιόπιστος σέντερ, που γνώριζε καλά το μπάσκετ. Δεν πρέπει να αμφιβάλλει κάποιος ότι ο Λάζαρος Παπαδόπουλος είχε περισσότερη γνώση των συστατικών του αθλήματος. Ο Παναθηναϊκός τότε, εκτός των άλλων, είχε σπουδαία ομάδα. Όχι τόσο καλή όσο η ΤΣΣΚΑ, θα πρέπει να το ομολογήσουμε, πάντως σπουδαία. Είχε τον Νταμίρ Μουλαομέροβιτς και τον Πέπε Σάντσες, τον Ιμπραήμ Κουτλουάι, ήταν ο Φραγκίσκος Αλβέρτης, ο Λάζος, ο Ντάριλ Μίντλετον, υπήρχαν ο Τζόνι Ρότζερς και ο Γιώργος Καλαϊτζής και ασφαλώς ο μάστορας της ανάγνωσης των συνθηκών, ο εκμαιευτής του πανικού του αντιπάλου, ο μέγας Ντέγιαν Μποντιρόγκα. Η Κίντερ ήταν πιο πλήρης και έπαιζε στην έδρα της, όμως ο Παναθηναϊκός ήταν μία ομάδα με πολλή ποιότητα στο ρόστερ της. Μοιάζει χαώδης η διαφορά σε ό,τι αφορά τις ομάδες της Πόλης και την ποιότητά τους. Για να είμαι ειλικρινής, αν έκανα ενα τοπ 5 εκπλήξεων, ο Παναθηναϊκός του 2002 δεν θα ήταν μέσα, σε αντίθεση με το αν έκανα ένα τοπ 5 τακτικών επικρατήσεων, που θα ήταν δεύτερος, πίσω από τη Λιμόζ το 1993 και πάνω από την Κίντερ Μπολόνια του 1998, τον Παναθηναϊκό του 2011 και τον Ολυμπιακό του 2013. Θα τον είχα, βεβαίως, τιμητική αναφορά. Εδώ που τα λέμε, θα έπρεπε να αφήσω εκτός και κάτι ακόμα σπουδαίο. Κοιτάξτε:

1.Ολυμπιακός-ΤΣΣΚΑ 2012: η τέλεια έκπληξη, διαφορά σε βάθος ρόστερ, υψομετρική και επιστροφή από το -19 για νίκη στο τελευταίο δευτερόλεπτο, πλεονέκτημα του Ολυμπιακού μόνο ο προπονητής).

2.Λιμόζ-Μπενετόν Τρεβίζο 1993: οι λιμουζό νίκησαν back2back τον Σαμπόνις και τον Κούκοτς, δηλαδή δύο από τους πέντε κορυφαίους Ευρωπαίους όλων των εποχών, με βασικό πλέι μέικερ τον Φεντερίκ Φορτέ. Βεβαίως, ο Μπόζα ήθελε μια ντουζίνα Σκάνσι για πρωινό.

3.Μπανταλόνα-Ολυμπιακός 1994: ένα ματς για 20 πόντους εξελίχθηκε σε τραγωδία. Ο Ιωαννίδης πνίγηκε στις αμυντικές εμμονές του, ο Ομπράντοβιτς τράβηξε τον Φεράν έξω από τη ρακέτα και ο Ζάρκο έχασε 952 βολές. Συν ότι ένας τύπος έβαλε το μοναδικό τρίποντό του σε ευρωπαϊκό παιχνίδι στην καριέρα του. Μόνη δικαιολογία: Η απειρία του ηττημένου, που δεν είχε πάει ξανά σε Final 4.

  1. Παρτίζαν-Μπανταλόνα 1992: Είχε μεν Τζόρτζεβιτς και Ντανίλοβιτς, αλλά δεν ήταν ΟΙ Τζόρτζεβιτς και Ντανίλοβιτς. Νίκησε με τρίποντο στο τελευταίο δευτερόλεπτο και σέντερ τον Σλάβισα Κοπρίβιτσα, ο οποίος μετά έπαιξε στο… Παγκράτι. Ήταν σούπερ αουτσάιντερ, είχε για προπονητή κάποιον που ένα χρόνο πριν ήταν παίκτης, είχε νικήσει την Αρμάνι Μιλάνο του Ντάριλ Ντόκινς στον ημιτελικό και έπαιξε όλα τα εντός έδρας παιχνίδια της στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, όχι στο Βελιγράδι του εμφυλίου αλλά, στη Φουενλαμπράδα της Ισπανίας.

Μένει μία θέση για την Ποπ 84 του 1991 (χωρίς Ράτζα, Ιβάνοβιτς, με το «παλτό» Άιβι Λέστερ, Μπόζα στην Μπαρτσελόνα και Ζέλικο Παβλίσεβιτς στον πάγκο!), για τη Μακάμπι Τελ Αβίβ του 2014 (που ήταν βέβαια η Μακάμπι και έπαιζε… εντός έδρας στο Μιλάνο, αλλά δεν προβλεπόταν να νικήσει τόση αλεγκρία σε έναν τελικό Ευρωλίγκας, παρά το ότι η Ρεάλ ενθάρρυνε τέτοιου είδους παιχνίδι) και τη Ζαλγκίρις του 1999 (που έπεισε τη FIBA να υιοθετήσει τα 24 δεύτερα, η αγαπημένη μου νίκη από μη ελληνική ομάδα).

Στο προκείμενο: Δεν μπορούμε να ξέρουμε τι θα γίνει την Παρασκευή 19 Μαΐου, στις 18:30, στο «Sinan Erdem» της Κωνσταντινούπολης. Κατά το σύνηθες, θα έπαιρνα το σενάριο που θα έλεγε ότι η ΤΣΣΚΑ προηγείται 68-63 με 1’47’’ να απομένει και την επίθεση δική της. Όμως εδώ πρέπει να υπολογιστεί και κάτι άλλο. Η ΤΣΣΚΑ κατέκτησε επιτέλους την Ευρωλίγκα πέρυσι, μόνο που το επιτέλους είναι σχετικά αδόκιμο. Μόλις 8 χρόνια κράτησε η λειψυδρία. Όταν κατέκτησε την Ευρωλίγκα το 2006, είχε μείνει 35 χρόνια, δηλαδή μετά τον τελικό του 1971 στην Αμβέρσα επί της Ίνις Βαρέζε, χωρίς τον συγκεκριμένο τίτλο. Συν τοις άλλοις, τα παιχνίδια με τον Ολυμπιακό είναι τελείως ξεχωριστά: Ο Μεσίνα έχασε από τον Ομπράντοβιτς δύο φορές σε τελικό, το 2007 και το 2009, έχοντας πάρει την προηγούμενη χρονιά το τρόπαιο. Αν έχεις υψοφοβία και κλειστοφοβία και τελικά καταφέρεις να μπεις στο ασανσέρ και να καταπολεμήσεις το φόβο σου, κατορθώσεις ακόμα και να το κάνεις με άλλους ανθρώπους στον ανελκυστήρα, αυτό δε σημαίνει ότι αυτομάτως θα μπορείς να ανέβεις στην ταράτσα του Empire State Building για να απολαύσεις τη θέα. Είναι μία πιθανότητα, αν μπορείς να πολεμήσεις ένα φόβο σου να έχεις βρει τη μηχανική για να «σβήσεις» και τους υπόλοιπους, αλλά δεν είναι εγγύηση.

Leave a Reply