Δεν ωφελεί να είναι κάποιος επικριτικός με το πώς δουλεύει το μυαλό ενός δέσμιου με τη νίκη οπαδού. Θα ήταν είδηση αν ο υποστηρικτής μίας ομάδας, η οποία νικάει παντί τρόπω, δεν γινόταν εμμονικός με τη νίκη. Αυτή τον καλύπτει καθ’ ολοκληρίαν, καθώς θεωρεί ότι άπαξ και έρχεται, όλα δουλεύουν. Βεβαίως, στο τσακίρ κέφι του βίτσιου, μπορεί ούτε η νίκη να του κάνει. Τότε βρίσκεται στο ύψιστο πεδίο φαντασιοπληξίας.

Ο οπαδός είναι ηδονοβλεψίας: Με την επίφαση της αγάπης για την ομάδα του δεν αισχύνεται να παρατηρεί από την κλειδαρότρυπα τα δρώμενα. Όταν κοιτάζει από την κλειδαρότρυπα, παρά ταύτα, η θέση του σώματός του το κάνει να δυσφορεί. Προκειμένου να καταλάβει τι βλέπει, σηκώνεται και έπειτα εξανίσταται, διότι αυτό που έβλεπε δεν ήταν και κάτι σπουδαίο. Τούτο συνήθως συμβαίνει επειδή θεωρεί ότι αυτό που έχασε δεν είναι σημαντικό. Είναι ο τρόπος που όλοι βλέπουμε ποδόσφαιρο και κρίνουμε κυρίως τους προπονητές και τους τερματοφύλακες. Η δήθεν οργή καταστρέφει καριέρες, όμως αυτή είναι μάλλον το λιγότερο, πια, αφού αυτή τη μαζική ανερυθρίαστη συνάθροιση περιμέναμε, για να αποκαλύψουμε στους εαυτούς μας ότι, τελικώς, το αίσθημα της ντροπής, αλλά και εκείνο της ηθικής ευθύνης, δεν αναβλύζουν εκ των έσω αλλά αποτελούν πρόσχημα, ίσως ακριβέστερα τρόπο συμπεριφοράς. Το κάνω σε μαγαζί που δεν είμαι σίγουρος αν καπνίζουν, μια και περιμένω να ανάψει πελάτης το δικό του τσιγάρο, για να κάνω παρέα στα πνευμόνια μου.

Βεβαίως, ο οπαδικός κόσμος δεν δημιουργείται τυχαία. Υπάρχει και μέσα από υπόγεια μηνύματα του Τύπου και συμπεριφορές με τις οποίες το κάθε έντυπο επιδιώκει να γίνεται προκλητικό, αλλά όχι αντιδεοντολογικό, ενώ ασφαλώς και ο ρόλος της μάζας και οι κανόνες στους οποίους δεν υπακούει είναι ένα αυτονόητο κοινωνικό ζήτημα. Αντί η δεοντολογία να αποτελεί τρόπο συμπεριφοράς και θεωρία, ο εμπορικός εκφυλισμός πατάει στα ψιλά γράμματα των κανονισμών ώστε να γίνεται να υπάρχει. Υπάρχουν και οι πίπες περί λειτουργήματος και άλλων δαιμονίων, που γίνονται επωδοί στα χείλη των πρωτογενώς ερωτευμένων και που, όπως στην περίπτωση με τους φτωχούς και τις λαϊκές ρήσεις για το γύρισμα του τροχού, χρησιμοποιούνται ως δόλωμα. Στον Τύπο και σε κάθε εργασία του κόσμου, το εμπόριο προπορεύεται. Τα άλλα είναι για να στηρίζεται όποια συναισθηματική κολόνα πρέπει να στήνεται για να μιλάμε για σωστή λειτουργία. Πρόκειται για θεατρικότητα, προκειμένου να δομηθεί ένα προφίλ το οποίο θα είναι λαϊκό. Στην ούγια, δεν υπάρχει στη σύγχρονη δημοσιογραφία διευθυντής που να μην έχει στενότερη σχέση με τον εκδότη του από ό,τι με τους άλλους υπαλλήλους, όπως επίσης δεν υπάρχει υπάλληλος που αν ήταν διευθυντής δε θα είχε στενότερη σχέση με τον εκδότη του από οποιονδήποτε άλλο υπάλληλο. Φυσικά, με εξαίρεση, η οποία είναι αυτονόητη και, αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να τη δημιουργήσουμε. Με τον ίδιο τρόπο δεν υπάρχει διευθυντής που κάνει πρωτοσέλιδο με το νου του στη λογική και στο ήθος που πρέπει να πρεσβεύει απέναντι στο κοινό που τον διαβάζει. Δεν μου έρχεται τώρα σε ποιον αποδίδεται η ατάκα, αλλά πάει κάπως έτσι: «Δεν υπάρχει νοήμων πολίτης που να κρατάει μία εφημερίδα χωρίς να νιώθει οργή».

Με την πρόσληψη του Ερνέστο Βαλβέρδε στην Μπαρτσελόνα, υπάρχει μία ανέκδοτη ιστορία που έγινε σε δημοσιογραφικά γραφεία. Ήταν 30 Αυγούστου 2008 και ο Ολυμπιακός έπαιζε με τον Αστέρα Τρίπολης για την 1η αγωνιστική της Super League. Στις καθυστερήσεις του πρώτου ημιχρόνου ο Αστέρας κέρδισε πέναλτι και ο Τσέζαρεκ το μετέτρεψε σε γκολ. Κατά τη διάρκεια της ανάπαυλας, ο διευθυντής της εφημερίδας μπήκε στο google και άρχισε να ψάχνει μία μεγάλη και καθαρή εικόνα αεροπλάνου. Το σχέδιο ήταν να το βάλει φόντο στην πρώτη σελίδα, με το μήνυμα να επιστρέψει ο Βαλβέρδε στην Ισπανία, δηλαδή από εκεί που ήρθε. Τότε, με λιγότερο από ενάμιση μήνα θητείας στον Ολυμπιακό, με δύο επίσημα ματς -εκείνα με την Ανόρθωση για τους προκριματικούς του Champions League- και ένα ημίχρονο, ο Ισπανός από τη Μαγιόρκα κρινόταν αποτυχημένος. Το μήνυμα ήταν, «αρκετά περιμέναμε». Δεν ήταν ένα μήνυμα που δόθηκε ξεκάθαρα, αλλά κάτι που δημιουργούνταν ως πραγματικότητα. Ασφαλώς και δεν θα δημιουργούνταν εκ του μηδενός, διότι ο Ολυμπιακός έπαιζε για πάνω από 10 χρόνια στο Champions League, ωστόσο ήταν ένα θέμα που έπρεπε να αποτυπωθεί. Αν δεν αποτυπωνόταν -και όχι μόνο από τη συγκεκριμένη εφημερίδα- δεν θα υπήρχε. Δεν μπορείς να διαμαρτυρηθείς στο δημοσιογράφο για το λόγο ότι δεν έγραψε ότι ο προπονητής πρέπει να φύγει επειδή είναι αποτυχημένος. Και κάποιος ξενόγλωσσος, που σκάει στην Αθήνα καλοκαίρι με ζέστη και πρέπει να προετοιμάσει μία ομάδα για προκριματικούς στους οποίους η ίδια καταδικάστηκε, έστω και με την αρωγή των υπόλοιπων της χώρας της, που δεν έφεραν τα καλύτερα αποτελέσματα στην Ευρώπη, είναι εξ ορισμού αδύνατον να είναι επιτυχημένος. Κι όμως, ημίχρονο στην πρώτη αγωνιστική του πρωταθλήματος και το όραμα ήταν να στολίσει την πρώτη σελίδα της εφημερίδας το πιο καθαρό αεροπλάνο ισπανικής εταιρείας.

Ευτυχώς, όχι για τον υπέροχο Ερνέστο Βαλβέρδε, τον προπονητή που για λίγο νομίζαμε ότι έδωσε ένα λόγο στους οπαδούς του Ολυμπιακού για να έχουν αληθινό κριτήριο και να κάνουν υπομονή, αφού τον αγάπησαν χωρίς να είναι λαϊκιστής, χωρίς να κάνει θεατρινισμούς και καραγκιοζιλίκια, χωρίς να διατυμπανίζει πόσο μεγάλος είναι ο σύλλογος, αλλά για εμάς, ο Ολυμπιακός ανέτρεψε το παιχνίδι στο δεύτερο ημίχρονο. Το «θέμα» κάηκε, το αεροπλάνο παρέμεινε στη διαδικτυακή κοιτίδα. Ούτε ανακοίνωση στήριξης βγήκε, ούτε κάτι άλλο. Το καλοκαίρι του 2009 ο Βαλβέρδε έφυγε, σε στυλ «αυτή θέλει να χωρίσουμε, οπότε θα της το πω εγώ πρώτα», για να επιστρέψει εσπευσμένα το καλοκαίρι του 2010 και να παραμείνει για 2 χρόνια στον πάγκο του Ολυμπιακού, εκ των οποίων στο δεύτερο μισό η ομάδα έπαιξε ποδόσφαιρο που πρέπει να την κατατάξει στις πέντε κορυφαίες στην ιστορία του συλλόγου. Μετά τις 22 Ιανουαρίου 2012 και το γκολ του Παναγιώτη Βλαχοδήμου, το 1-0 της Ξάνθης επί του Ολυμπιακού, όταν ο Βαλβέρδε τράβηξε απαυδησμένος τον Βασίλη Τοροσίδη, που διαμαρτυρόταν στους διαιτητές, από τη φανέλα, για να τον πάει στα αποδυτήρια, οι «ερυθρόλευκοι» έγιναν, για πρώτη φορά μετά το 1999, μία σύγχρονη ευρωπαϊκή ομάδα, που κατόρθωσε να συνδυάσει την ταχύτητα με το ρυθμό.

Ο Ερνέστο Βαλβέρδε «έκλεισε» στην Μπαρτσελόνα, η οποία δεν συνηθίζει να έχει κανονικούς προπονητές… ανέκαθεν. Και μπορεί οι οπαδοί του Ολυμπιακού να αισθάνθηκαν περηφάνια, αλλά η αλήθεια είναι ότι είναι ο μόνος προπονητής που έμεινε στον πάγκο για δύο ολόκληρες σεζόν από την αρχή τους, ο ένας από τους δύο που «ακούμπησαν» το ημερολογιακό όριο των δύο χρόνων, μαζί με τον Μίτσελ και ο ένας από τους τρεις που έκατσαν τουλάχιστον μία ολόκληρη σεζόν, μαζί με τους Μίτσελ και Μάρκο Σίλβα, την τελευταία δεκαετία. Δεν είναι λογικό. Ίσως να ήταν έρωτας, από εκείνους που συμβαίνουν δύο φορές στη ζωή και να διανθίστηκε χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Ωστόσο, το πρόβλημα είναι η εν τω συνόλω ανωριμότητα. Η ειδημοσύνη σε συνδυασμό με την ανυπομονησία, που είναι καταστροφικός συνδυασμός. Ο οπαδός δεν ξέρει τι φταίει. Δεν μπορεί να ξέρει και οι πιθανότητες διαιρούνται όταν εκατοντάδες οπαδοί είναι σίγουροι ότι φταίει κάτι συγκεκριμένο. Και όταν αρχίσει κάποιος να διαμαρτύρεται για τον προπονητή και βρίσκει κομπανία, τότε το μικρόβιο έχει μπει. Αυτό δεν σημαίνει ότι γίνεται πάντα λάθος στις απολύσεις μεσούσης της σεζόν, παραδείγματος χάρη, μια και μιλάμε για τη συγκεκριμένη ομάδα, στην περίπτωση του Ζίκο, αλλά είναι χειρότερο από λάθος να αποφασίζει ο κόσμος για έναν προπονητή: Είναι έγκλημα. Ωστόσο, ακόμα και αν ο κόσμος έχει τη γνώμη του, η οποία ως επί το πλείστον είναι κοινή, είναι χειρότερο να την ασπάζονται οι δημοσιογράφοι ή ύπουλα να προσπαθούν να τη δημιουργήσουν.

Τι θα μπορούσε να είναι η θητεία του Ερνέστο Βαλβέρδε στον Ολυμπιακό; Ένα ημίχρονο, στο οποίο ο Αστέρας θα είχε τη δυνατότητα να κλείσει καλύτερα τον Λουτσιάνο Γκαλέτι. Αν τα media άρχιζαν να αμφιβάλλουν για την επιλογή, διακριτικά, περνώντας ύπουλα μηνύματα στον κόσμο, τότε η αμφιβολία θα γινόταν κατακεραύνωμα και, πιθανότατα, καρατόμηση. Και οι οπαδοί του Ολυμπιακού θα έχαναν την ευκαιρία να γίνουν κόκορες, διαπιστώνοντας ότι η εμβληματική Μπαρτσελόνα έχει πρώην προπονητές τους σε ποδόσφαιρο και μπάσκετ.