Ιμπραΐμοβιτς, μια πολυτελεια

674

Ο Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς έχει, ήδη, 2 στα 2. Έφυγε από την Ίντερ το καλοκαίρι του 2009 για την Μπαρτσελόνα, την επόμενη χρονιά οι «νερατζούρι» κατέκτησαν το Champions League. Έφυγε το καλοκαίρι του 2010 για την Παρί, την επόμενη χρονιά οι «μπλαουγκράνα» κατέκτησαν το Champions League. Έφυγε από την Παρί το προηγούμενο καλοκαίρι και… the game is on, όπως θα έλεγε και ο Σέρλοκ στη σύγχρονη, υπέροχη, μεταφορά στη μικρή οθόνη του ήρωα του σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ. Το να πάρει η Παρί το Champions League «παίζει» και έχει ισχύ. Αν μη τι άλλο, το 4-0 επί της Μπαρτσελόνα άπλωσε (όπως είχε πει σε άλλη μία περίφημη περιγραφή του ο Αλέξης Σπυρόπουλος, μετά από το Ρόμα-Ρεάλ 0-3, της 18ης Σεπτεμβρίου του 2002, πρεμιέρα ομίλων του Champions League) πέπλο τρόμου σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Δεν είναι τυχαίο. Δεν υπάγεται καν στη θεωρία του Γιούιν, εκείνη που ένας αναγνώστης του ESPN έπεισε τον κορυφαίο αρθρογράφο του, Μπιλ Σίμονς, ότι υπάρχει από το 1999, όταν παρατήρησε ότι με τον Πάτρικ Γιούιν στον πάγκο λόγω φάουλ ή σε κάποια παιχνίδια λόγω τραυματισμού, οι Νιου Γιορκ Νικς έπαιζαν πάντα καλύτερα. Όταν, μάλιστα, ο αναγνώστης έστειλε το συγκεκριμένο mail, οι Νικς βρίσκονταν πίσω 2-1 στη σειρά των τελικών της Ανατολής του 1999 με τους Πέισερς. «Να δεις που οι Νικς θα προκριθούν στους τελικούς», σχολίαζε. Όντως, οι Νικς πέρασαν με εκείνο το τετράποντο του Λάρι Τζόνσον, νικώντας 4-2, δηλαδή με τρεις νίκες στη σειρά χωρίς το σέντερ τους. Στους τελικούς, ωστόσο, δεν μπορούσε να ισχύσει οποιαδήποτε θεωρία, είτε μεταφυσική ή με δόκιμη επιχειρηματολογία, αφού ο μίτος του θρύλου του Τιμ Ντάνκαν δεν γινόταν να μην αρχίσει να ξετυλίγεται.

Το ποδόσφαιρο δεν είναι απλό σπορ, από την αρχή του. Αυτό δεν έγκειται τόσο στην κατανόηση, όσο κι αν η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που νομίζουν ότι γνωρίζουν το παιχνίδι μάλλον δεν έχουν ιδέα (και αυτό αφορά τόσο στον υπογράφοντα όσο και στους αναγνώστες του συγκεκριμένου κειμένου), αλλά στη δομή: δεν είναι απαραίτητο να έχεις την ακριβή αίσθηση τι μπορεί να κάνει το σώμα σου και τα πόδια σου. Η συγκεκριμένη ικανότητα είναι καθοριστικής σημασίας για να μπορείς να είσαι επιτυχημένος αθλητής σε ό,τι σπορ και αν κάνεις: Η αντίληψη ότι έχεις κορμί. Ελάχιστοι αθλητές είναι που δίνουν τέτοια αίσθηση ή, ακριβέστερα, την αίσθηση ότι αυτό υπήρχε έμφυτο και δεν προέκυψε. Όπως ο Ρότζερ Φέντερερ στο τένις, δηλαδή σε ένα σπορ που η κιναισθησία δεν είναι το φόρτε. Δεν μπορείς να μην απαιτείς από μία κολυμβήτρια της συγχρονισμένης να μην αναγνωρίζει τι ακριβώς κάνει το μικρό δάχτυλο του αριστερού ποδιού της ή από έναν πατινέρ να μην έχει τον έλεγχο του σώματός του όπως παίρνει τις στροφές (όπα), αλλά στο ποδόσφαιρο η κίνηση συμβαίνει: Όπως συμβαίνει με όλες τις υπόλοιπες διαστάσεις του, υπάρχει πληθώρα στον τρόπο που τα καταφέρνεις. Παρ’ όλα αυτά, μπορείς ως οντότητα να σταθείς σε ένα σύνολο με διαφορετικούς χαρακτήρες, που λειτουργούν ως συμπληρωματικοί. Στο ποδόσφαιρο δεν θα μπορούσαν να σταθούν 11 εργάτες, που θα έκαναν αδιαμαρτύρητα ό,τι έπρεπε χωρίς να υπήρχαν η φαντασία και ο υπολογισμός του σκακιστή και η ικανότητα που μπορεί να εμφανιστεί σε ένα σκιέρ ή έναν αθλητή του μπάντμιντον, εν πάση περιπτώσει κάποιον που εκτός από οραματιστής θα μπορούσε να συνδυάζει με την ίδια την κίνηση την πορεία του από το σημείο Α στο σημείο Β μέσα από μία διαδρομή που, τις περισσότερες φορές και σε όσα γήπεδα έχει παίξει, μόνο αυτός την έχει δει.

Το πρόβλημα είναι αυτό που συμβαίνει όταν συμπληρώνεις τον εαυτό σου και ζεις σε εποχή που αυτό είναι απαγορευτικό. Όσο μία κατάσταση ή ένα συστατικό εξελίσσεται, δεν μπορεί να αποφύγει τον κίνδυνο οι άνθρωποι που ασχολούνται να αποκτήσουν εξειδίκευση. Και παρά το γεγονός ότι μοιάζει να πληροί την προϋπόθεση που αναδεικνύει η πρόοδος, η επιστημονική κατάρτιση γίνεται εγκλωβιστική σε ό,τι είναι πιο ζωτικό για το θεατή: Τη διάθεση για ψυχαγωγία. Σε βάθος χρόνου, ό,τι αποδίδεται στο γνωστικό πεδίο και σε ό,τι αφορά τη γνώση και τις προοπτικές της, μπορεί να εξαπλωθεί. Αρκεί, όταν εμφανίζεται η ευκαιρία, οι άνθρωποι να αντιλαμβάνονται ότι η εξέλιξη δεν σημαίνει πρόοδος αν δεν γίνει εκείνο το παραπάνω μικρό βήμα που να διαχωρίζει την εύνοια του πρόσφορου εδάφους που φέρνει η αλληλουχία των γεγονότων από το δογματισμό.

Το ίδιο συμβαίνει με τον άνθρωπο ως οντότητα. Τον αθλητή, ακόμα περισσότερο: Έμπλεος κίνησης και αγωνιζόμενος, μπορεί να διακρίνει τα όριά του και τις πιθανότητες προόδου του. Ή μπορεί να τα φανταστεί πιο εύκολα από τον άνθρωπο σε ένα γραφείο. Ο Ιμπραΐμοβιτς, φερ’ ειπείν, είναι εκπληκτικός ποδοσφαιριστής. Αν κάποιος μπορεί να διακρίνει ό,τι είναι πρωτοτυπία, ο Ιμπραΐμοβιτς δεν είναι εκεί, αφού έχει προηγηθεί ο Νουάνκο Κάνου, αλλά, βέβαια, ο Νιγηριανός ήταν ο Ζλάταν των ρακοσυλλεκτών. Ο Σουηδός είναι ένας ποδοσφαιριστής με απεριόριστες ικανότητες, που ντριμπλάρει την μπάλα αφύσικα, αν υπολογίσει κάποιος το κέντρο βάρους του, που μπορεί να τεντώσει το πόδι του ανάμεσα σε αμυντικούς λες και είναι ο Σεργκέι Πολούνιν, δίνοντας την αίσθηση ότι ξέρει ακριβώς πού είναι οι υπόλοιποι άνθρωποι και ρυθμίζοντας με αόρατο τηλεχειριστήριο τις κλειδώσεις του ώστε να βρίσκει την μπάλα στο ακριβές σημείο για να τη στείλει προς τα δίχτυα και μόνο προς τα εκεί. Μπορεί να την κουβαλήσει κοιτάζοντας τους συμπαίκτες του, τα σουτ του είναι της ενδεδειγμένης δύναμης ώστε από την άλλη μεριά να μπορείς να λαμβάνεις ένα μακρόσυρτο «ωχ» ως αντίδραση, ενώ απέχει από το έδαφος 195 εκατοστά, πάει να πει ότι αν είναι πλάτη στον αμυντικό, ο δεύτερος αναγκάζεται να βλέπει τη φανέλα του σε βαθμό που το χρώμα γίνεται τρισδιάστατο. Τα στατιστικά του, από την αρχή της επαγγελματικής καριέρας του, είναι θαυμαστά. Αυτήν τη στιγμή έχει πολύ πάνω από μισό γκολ ανά ματς συνολικά στην καριέρα του σε συλλόγους (415 γκολ σε 712 παιχνίδια, με πηγή τη Wikipedia), ενώ έχει πάνω από 50% και στην εθνική ομάδα, με 62 γκολ σε 116 συμμετοχές. Πραγματικά αξιομνημόνευτο.

Επίσης, έχει πάρει πρωταθλήματα με έξι διαφορετικές ομάδες, μεταξύ αυτών τις τρεις σπουδαιότερες ιταλικές ομάδες, τη Γιουβέντους, τη Μίλαν και την Ίντερ , αλλά και τους Άγιαξ, Μπαρτσελόνα και Παρί Σεν Ζερμέν. Όχι κάτι τρελό, πάντως εβδομάδα μπαίνει, εβδομάδα βγαίνει, αν είσαι καλύτερος μπορείς να εδραιώνεις το στάτους σου απέναντι στους ανίσχυρους.

16811021_10155958193243747_556032299_o

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, όμως, δεν έχει κατακτήσει το Champions League. Και δεν πρόκειται. Στα δύο παραδείγματα της εισαγωγής, όσο είναι ακόμα ζεστό, πρέπει να συμπληρωθεί το αριστουργηματικό 4-0 της Παρί Σεν Ζερμέν επί της Μπαρτσελόνα για τη φάση των «16» της διοργάνωσης. Η Παρί δεν έγινε φαβορί για να πάρει το τρόπαιο και, έστω και αν είναι κοινοτοπία, δεν έχει περάσει καν στους προημιτελικούς. Όμως, έκανε το κορυφαίο παιχνίδι της την τελευταία τριετία που παίζει στη διοργάνωση και αυτό μπορεί να οφείλεται στην απουσία του Ιμπραΐμοβιτς. Όπως, άλλωστε, και εκείνη η πρόκριση με την Τσέλσι στις 11 Μαρτίου του 2015, με την κεφαλιά του Τιάγκο Σίλβα στην παράταση, σε ένα ματς που ο Ζλάταν είχε αποβληθεί από το 31’, με το σκορ στο 0-0.

Όταν έπαιζε το «Λεωφορείον ο Πόθος» στο θέατρο, η Έλλη Λαμπέτη είχε πάρει το βιβλίο του Τενεσί Ουίλιαμς στα χέρια της και αποφάσισε ότι δεν είναι όλα τα κομμάτια του προς αξιοποίηση. Έσβησε μερικά πολύ καλά αποσπάσματα του βιβλίου και όταν τη ρώτησαν γιατί το έκανε αυτό, απάντησε, «για να φανούν τα άλλα καλύτερα». Μερικές φορές, η επιτυχία έγκειται στο να μην υπάρχουν πολλά πράγματα να κάνεις, να μην έχεις τις απίστευτες επιλογές. Με τον Ζλάταν η Παρί ήταν μία ομάδα με ταλέντο που άνετα θα γινόταν να αποκληθεί χυδαίο, όμως το ίδιο το ταλέντο, το χάρισμα, η ικανότητα, ό,τι αρέσει στον κόσμο, ήταν εμπόδιο. Ο Ζλάταν έπρεπε να μαρκάρει όταν ήταν απαραίτητο και να μη βασίζεται στον εγωισμό του για να μαρκάρει. Θα μπορούσε να επιδεικνύει τη θέλησή του σε λάθος τάιμινγκ, οπότε όλη η ομάδα θα έμπαινε σε λάθος τάιμινγκ. Ο προπονητής του ΑΝΟ Γλυφάδας από το 1991 έως το 1997 και του Ολυμπιακού από το 1998 έως το 2000 στο πόλο Ανδρών, Νίκολα Στάμενιτς, έλεγε στους παίκτες του ότι, «προτιμώ να παίζουμε ένα play λάθος όλοι, παρά να το κάνουν οι πέντε σωστά και ο έκτος λάθος». Τα μεγάλα παιχνίδια και οι ειδικές συνθήκες αφορούν σε, πέρα από ομοψυχία και ομόνοια, κοινή γραμμή, καταστάσεις δουλεμένες, οι οποίες, τουλάχιστον εξαρχής, αποθαρρύνουν το ορμέμφυτο και το ενστικτώδες. Αυτό μπορεί να εμφανιστεί μέσα στο ματς, αλλά δεν γίνεται να είναι η βάση σου. Με τον Ζλάταν στο βασικό σχήμα (και αφού έχεις τον Ζλάταν, ΠΡΕΠΕΙ να είναι στο βασικό σχήμα), η βάση είναι τόσο ετοιμόρροπη όσο νεογέννητος ρινόκερος πάνω σε σκοινί που ενώνει το Ράσμορ με το Κ2.

Η μη έχουσα Ιμπραΐμοβιτς Παρί μπορεί ακώλυτα να τρέχει στο ανοιχτό γήπεδο κλέβοντας με την τριάδα των αμυντικών χαφ της την μπάλα από ομάδα που θέλει κατοχή. Στην κίνηση όλοι μπορεί να την ακουμπήσουν και να τη δώσουν με τη μία, αφού ουδείς θα απαιτήσει να την πάρει. Η τελειότητα (όπως στη φάση που έφερε το δεύτερο γκολ του Ντι Μαρία) βρίσκεται στην εις άτοπον απαγωγή: Όταν κινείσαι αναγνωρίζοντας ότι η μπάλα πηγαίνει πιο γρήγορα από εσένα και φτιάχνεις τη μηχανική σου, θα γίνεις αποδέκτης της. Ο Ζλάταν θα περίμενε να πάρει την μπάλα, θα ήταν απαραίτητο. Ο χρόνος δεν θα συγχωρούσε ποτέ αυτό το ατόπημα, την καθυστέρηση, τη δολιχοδρομία.

Όπως συνέβη με τον Ολυμπιακό στο μπάσκετ, όταν σε δύο χρόνια έχασε τον Κλέιζα, τον Μπουρούση, τον Τσίλντρες, τον Τεόντοσιτς και τον Παπαλουκά και, τελικά, αυτό που του έμενε ήταν να ανακαλύψει πού μπορούσε να φτάσει με κορωνίδα των αισθήσεων την ακοή, ό,τι μένει όταν χάνεις το πολυτιμότερο συστατικό που νομίζεις ότι έχεις, μοιράζεται υμνώντας τη συμμετρία. Είναι όπως ένα αντικείμενο που πρέπει να το πετάξεις και δεν σου πάει η καρδιά. Όταν, τελικά, το πετάξεις στον κάδο, είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ