Το ποδόσφαιρο, που δεν είναι ποδόσφαιρο

202

Μόνο σε έναν τελικό Παγκόσμιου Κυπέλλου έχουν μπει περισσότερα γκολ από αυτά στο «Λουζνικί» της Μόσχας την Κυριακή. Το 1958, στο «Ρασούντα Στάντιον» της Σόλνα στη Στοκχόλμη. Βραζιλία-Σουηδία 5-2. Λόγοι για να θυμάσαι εκείνο το ματς, άφθονοι. Ο νεαρός Πελέ με το σομπρέρο, ο Γκαρίντσα, το πρώτο των Βραζιλιάνων. Όπως και να θυμάσαι αυτό. Με Κιλιάν Εμπαπέ στην αρχή του, με το φορ των Γάλλων, Ολιβιέ Ζιρού, να μη σκοράρει σε ματς του τουρνουά, με τους πείσμονες Κροάτες να εξαντλούν, μέσω υπερπροσπάθειας, κάθε πιθανότητα, αφού έγιναν η πρώτη ομάδα που επιβίωσε από τρεις διαδοχικές παρατάσεις και δύο διαδοχικές διαδικασίες πέναλτι. Είδα, την παράταση και τα πέναλτι του ματς με τη Δανία, στο μετρό της Μόσχας. Βράδυ, με την πρωτεύουσα -και όχι μόνο- να γιορτάζει την επικράτηση της Ρωσίας. Πάνω από μία φορά, μέσα σε μισή ώρα, ήμουν έως και βέβαιος ότι οι Κροάτες είχαν αποκλειστεί. Βεβαίως, δεν τίθεται ζήτημα αυθεντίας, ούτε ασφαλώς προκύπτει ότι η βεβαιότητα έχει τη βάση της καλλιέργειας. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και ως στατιστικό δρώμενο να το παρατηρήσει κάποιος, το συγκρότημα του Ζλάτκο Ντάλιτς δεν παραιτήθηκε από την ιδέα να πάρει την πρόκριση σε ένα ματς που έχασε πέναλτι στην παράταση και σε ακόμα ένα που ισοφαρίστηκε με 5 λεπτά να απομένουν για τη λήξη της. Δεν αποκλείστηκε και σε ένα παιχνίδι που μέχρι την ισοφάριση είχε ακριβώς μηδέν ευκαιρίες.

Πρέπει να δοθεί ένας πόντος στο τεχνικό επιτελείο. Μπορεί να μην έκανα ρεπορτάζ, αλλά πρέπει να δοθεί και ένας πόντος στον Μάριο Μάντζουκιτς, τον παίκτη-θρύλο του συγκροτήματος, που κατά τη γνώμη μου είναι δίπλα στον Ζβόνιμιρ Μπόμπαν και, έστω, τον υπερπαίκτη Λούκα Μόντριτς, που από το average ταλέντο της Τότεναμ έχει βρεθεί να έχει κατακτήσει τέσσερα Κύπελλα Πρωταθλητριών σε πέντε χρόνια και να παίζει σε τελικό Παγκόσμιου Κυπέλλου. Οι παίκτες αυτής της Ρεάλ Μαδρίτης είναι ήδη θρύλοι, αλλά δεν γίνεται κατανοητό τώρα, διότι αυτό το κατόρθωμα βρίσκεται σε εξέλιξη. Δεν έχει καταλαγιάσει η σκόνη, όπως μάλλον αναμένεται να γίνει του χρόνου*, αλλά και πάλι θα περάσουν κάποια χρόνια μέχρι να γίνει κατανοητό, μόνο που ανά περιπτώσεις υπάρχουν ομάδες και ποδοσφαιριστές που στ’ αλήθεια δεν χρειάζεται να κερδίσουν κάτι για να είναι ήρωες βιβλίων. Ο Μάντζουκιτς είναι η εγγύηση για το ότι η ομάδα που παίζει τουλάχιστον παλεύει και αν τα σπριντ του όταν οι Γάλλοι επέστρεφαν την μπάλα στον Ούγκο Γιορίς δεν συγκίνησαν τουλάχιστον τους ανθρώπους του τόπου του, δύσκολα θα το έκανε κάτι άλλο. Δεν ήταν μόνο το γκολ: Ο εξαντλημένος Μάντζουκιτς έτρεξε σε ΟΛΕΣ τις επιστροφές.

*Αλλά αν δεν γίνει, θα ξέρω ότι η φίλη μου Αναστασία Μακάραβα, η οποία ήταν η απόλυτη εθελόντρια στο Παγκόσμιο Κύπελλο, θα είναι πολύ χαρούμενη· την ώρα που αγωνιωδώς έψαχνε να μου βρει εισιτήριο για το τρένο που οδηγούσε στο Νίζνι Νόφγκαρατ, για τον προημιτελικό Γαλλία-Ουρουγουάη, συζητούσαμε γιατί έφυγε ο Ζιντάν και την προοπτική να μεταγραφόταν ο Κριστιάνο Ρονάλντο στη Γιουβέντους -μπορεί να μην είναι αυτός ο σκοπός, αλλά αν μπορεί κάτι άλλο από το ποδόσφαιρο να κάνει το συγκεκριμένο σκηνικό, δεν το ξέρω, η Αναστασία, πάντως, τσακίστηκε, σε συνθήκες τρόμου, να μου βρει εισιτήριο και από το Νίζνι, αν και δεν ήταν καν στην πόλη. Το κορίτσι αυτό ήταν το σύμβολο του Παγκόσμιου Κυπέλλου: υπερπηδούσε οποιαδήποτε δυσκολία, υπερκερνούσε τις κακές μέρες, έβγαζε έξω μία καταπληκτική εικόνα, που το καθρέφτισμά της αντανάκλασε στο τι θεωρούν όλοι οι επισκέπτες για τη διοργάνωση.

Το Παγκόσμιο Κύπελλο είναι η επιτομή ποδοσφαιρικής διοργάνωσης, αλλά δεν είναι επί της ουσίας ποδόσφαιρο. Δεν αναδεικνύει κάποια τάση. Κατά κόρον διαβάζεται αυτή η ανοησία, τι είναι καλό για το ποδόσφαιρο. Είναι, το μόνο ενδιαφέρον, τι αφήνουμε πίσω με το Παγκόσμιο Κύπελλο. Την κομψότητα της Αυστροουγγαρίας, το 1954. Το θεώρημα-αξίωμα της πεντάδας, το 1970. Το ζόγκο μπονίτο, το 1982. Το ποδόσφαιρο οδηγείται απευθείας σε νέα κατατόπια, εκεί ακριβώς που προσδιορίζεις την τάση του ως σημείο πικ του: το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο σταμάτησε να ασκεί την επιρροή που θα φανταζόταν κάποιος ακριβώς μετά τον τελικό του Παγκόσμιου Κυπέλλου το 1974, όταν, δηλαδή, έχασε η Ολλανδία, η ομάδα που το εκπροσωπούσε. Επειδή ήταν καταπληκτική η ιδέα, δεν πετάχθηκε στον κάδο των απορριμάτων. Μόνο που πέρασαν 35 χρόνια για να εμφανιστεί σε πιο βελτιωμένη μορφή.

Αλλά δεν υπάρχει μεγαλύτερη απάτη από το τι είναι καλό ή κακό για το ποδόσφαιρο. Αυταπάτη, ψευδαίσθηση. Θα συνεχίζει να υπάρχει και, όσο συνεχίζει, θα δημιουργεί νέες τάσεις. Μυαλά εύστροφα, σχεδόν ιδιοφυή, θα το σπουδάζουν ανάγοντάς το ακόμα περισσότερο σε επιστήμη. Θα βρεθεί πάλι κάποιος αρτίστας που θα μας δίνει ελπίδα. Μόνο που δεν υπάρχει περίπτωση, ό,τι κι αν γίνεται στο Παγκόσμιο Κύπελλο, να επηρεάσει κάτι που είναι καθημερινή συνήθεια. Και που οι επενδύσεις είναι τόσο κολοσσιαίες, που μόνο δέος σε κάνουν να αισθάνεσαι για το πόσο μικρός είσαι μπροστά τους. Είναι ο θερινός έρωτας, που την επόμενη φορά δεν θα είναι θερινός. Αυτό χαλάει. Τα καλοκαίρια μας, που ύμνησε ο Εντουάρντο Γκαλεάνο και έβαλε, με τη σειρά του, ένα λιθαράκι στο φαντασιακό που έχουμε στο μυαλό μας.

Υπάρχει μόνο ότι όντως χαλάει το ποδόσφαιρο. Ότι όλα είναι κακά για το ποδόσφαιρο. Διότι μεγαλώνουμε. Και, όσο μεγαλώνεις, τόσο ό,τι έχεις συνηθίσει τείνει να χαλάει, μέχρι τουλάχιστον να βρεις αυτήν την αγνότητα της αγάπης, που με τρόπον τινά επιστημονικό όρο αποκαλείται παλιμπαιδισμός.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ