Το πιο βαθύ σκοτάδι του σέρβικου μπάσκετ

491

 

Aν θέλουμε να υπάρχει όντως κάτι σε σχολή, αυτή είναι ο σέρβικος αθλητισμός. Ο σχηματισμός των υποσχολών, με τους αποστόλους των προφητών που σμίλεψαν τη φιλοσοφία του, δεν δύναται να παρεισφρήσει, ακόμα και με αυτόν το συγκρουσιακό χαρακτήρα του, στη συνολική ιδέα. Όσο ο θεατής αγαπά (όσο και μισεί) τα εκατομμύρια ευρώ που διανέμονται για ακριβοθώρητους σταρ, με μια μικρή ιδέα γαλάζιου αίματος, τόσο οι Σέρβοι προπονητές απεχθάνονται ό,τι μεταδίδει αυτή η κατάσταση. Δεν υπάρχει φιλοσοφία χωρίς παίκτες που να είναι έτοιμοι να κάνουν αυτά που τους λέει ο προπονητής τους, ακόμα (ιδίως) κι αν δεν τα καταλαβαίνουν. Δεν υπάρχει ομάδα αν δεν υπάρχουν αθλητές που η πεποίθησή τους ότι το πλάνο είναι σωστό είναι αδιάσειστη, ακόμα κι αν το πλάνο είναι στραβό. Ακριβώς στο πρώτο μισό της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα (συγχωρήστε την έξαρση της γενικής επί ματαίω), αυτό το σταριλίκι, αυτόν το βεντετισμό, πλήρωσε πολυτελώς ολόκληρο το σέρβικο μπάσκετ.

Η 20ή Σεπτεμβρίου δεν περιποιεί ημερομηνία τιμής για τα χρώματα της εθνικής ομάδας Σερβία-Μαυροβούνιο. Ό,τι έγινε πριν από 13 χρόνια, στη νεότευκτη «Beogradska Arena», ήταν ένα πλήρωμα του χρόνου. Σημάδια υπήρχαν, αλλά με βαλκανική πονηριά και κομουνιστική αίσθηση (τα ψίχουλα από την εποχή του σπουδαίου Γιόζιπ Μπροζ, παγκοσμίως γνωστού ως Τίτο), καλύπτονταν. Το μπαράζ με τη Γαλλία, όμως, και η πατριωτική ήττα οδήγησαν ένα ολόκληρο έθνος στο ντιβάνι. Η περίφημη φιλοσοφία, που δημιούργησε την, για τους αντιπάλους, διαβόητη παρέα έμοιαζε με φτερό στον άνεμο. Παρωχημένη και αναχρονιστική από την ίδια τη συμπεριφορά των παικτών της. Μέχρι και το Ευρωμπάσκετ του 2009, στην Πολωνία, το σέρβικο μπάσκετ αναδείκνυε την οσμή της φορμόλης, μα και πάλι δεν μπορούσε να προστατευτεί από τους σκόρους.

Υπήρχαν σαφείς λόγοι που συνέβη αυτό. Η κορωνίδα, βεβαίως, ήταν ο εμφύλιος. Αυτός, μαζί του, έφερε τον ξενιτεμό. Από τον Πρέντραγκ Στογιάκοβιτς έως τον Μίλαν Γκούροβιτς και από τον Μάρκο Γιάριτς έως τον Ντράγκαν Τάρλατς, ουδείς μπολιάστηκε εις βάθος με ό,τι οι προπονητές μάθαιναν στους παίκτες τους. Η αναγκαία μετακόμιση στην Ελλάδα έφερε και την απομάκρυνση, η οποία κατέστη καταδικαστική για την ίδια τη μεταλαμπάδευση των ηθικών και φιλοσοφικών αξιών, που τη δεκαετία του ’80 έφεραν μία από τις κορυφαίες εθνικές ομάδες που είδε ποτέ το ευρωπαϊκό μπάσκετ.

-Το πρώτο πλήγμα, μετά το χαμένο ημιτελικό των Παρισίων με την Ιταλία το 1999, όταν ο «Μπόσια» Τάνιεβιτς έγινε αδελφοκτόνος, με τον Γκρέγκορ Φούτσκα να καθίσταται Λυδία Λίθος για τους πρώην συμπατριώτες του, είχε συνέχεια και μάλιστα τρανταχτή.

-Η πρώτη εμφάνιση του Πρέντραγκ Στογιάκοβιτς στην εθνική ομάδα, στους Ολυμπιακούς του Σίδνεϊ, συνοδεύτηκε με τσακωμό με τον Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς. Αυτός έφερε ανισορροπία στο κλίμα της ομάδας και τις εύκολες ήττες από τη Ρωσία και τη Λιθουανία, με τη δεύτερη να συνιστά τον αποκλεισμό στα ημιτελικά της διοργάνωσης και, ουσιαστικά, την πρώτη εκτός βάθρου εμφάνιση της Γιουγκοσλαβίας σε μία διοργάνωση από το Ευρωμπάσκετ της… Στουτγάρδης, το 1985! Εξαιρουμένων, βεβαίως, των χρόνων από το 1992 έως το 1994, που λόγω του εμπάργκο δεν συμμετείχε σε διοργάνωση.

-Η διετία του Σβέτισλαβ Πέσιτς στην εθνική ομάδα, την τελευταία διετία της ως Γιουγκοσλαβίας, ήταν ένα διπλωματικό παράσημο, τέτοιο που ενδεχομένως να έπρεπε να του αποδοθεί πτυχίο για τη συνολική προσφορά του. Ο Πέσιτς κατόρθωσε, χωρίς να έχει τον καθολικό σεβασμό, όπως αποδεικνύεται από τους τσακωμούς μεταξύ των παικτών στα αποδυτήρια, να κάνει την ομάδα του να πάρει το χρυσό μετάλλιο το 2001, στο Ευρωμπάσκετ της Τουρκίας, αλλά και το 2002, στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Ιντιανάπολης. Εκεί, οι Γιουγκοσλάβοι γλίτωσαν από τεράστια νίλα, αφού, έχοντας ηττηθεί από το Πουέρτο Ρίκο, είχαν do or die ματς με την Τουρκία και έπρεπε να υψώσει το ανάστημά του ο Βλάντε Ντίβατς, για να συντρίψουν το συγκρότημα του Τάνιεβιτς, να περάσουν στον προημιτελικό και να νικήσουν τις ΗΠΑ με το ρεσιτάλ του Μίλαν Γκούροβιτς προς το τέλος, ώστε να φτάσουν, τελικά, στην κατάκτηση του τροπαίου, με τη νίκη τους επί της Αργεντινής.

-Την επόμενη χρονιά, έγινε… παύση πυρός. Η πρώτη Σερβία-Μαυροβούνιο, με το όνομα τουλάχιστον, που έπαιξε σε διεθνή διοργάνωση μπάσκετ, πήγε στο Ευρωμπάσκετ της Σουηδίας με νέο προπονητή, τον Ντούσκο Βουγιόσεβιτς, και ρολίστες και σχολιαρόπαιδα, έφτασε στον προημιτελικό και δυσκόλεψε για άνευ επίμονου σχολιασμού χρονικό διάστημα τη Λιθουανία στον προημιτελικό, έως ότου να λυγίσει. Τη χρονιά αυτή, όμως, κάτι πήγε πολύ στραβά. Ο νεαρός Ντάρκο Μίλιτσιτς, που έπαιζε στην άσημη Χέμοφαρμ και είχε ήδη μπει στα ραντάρ των σκάουτς του ΝΒΑ, αποφάσισε να… γειώσει την Ευρώπη, παρά τις παρακλήσεις των Σέρβων προπονητών, και να πάει στις ΗΠΑ να παίξει χωρίς επί της ουσίας να εκπαιδευτεί, αφ’ ης στιγμής μπήκε στα ντραφτ. Το πρόβλημα του Μίλιτσιτς δεν έχει εμφανές από την αρχή, με αποτέλεσμα η επόμενη τετραετία να γίνει η εκατόμβη του σέρβικου μπάσκετ.

-Στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας ήρθε αυτό το κάτι σαν καταστροφή, που πολλές φορές νιώθεις στον πρωταθλητισμό. Αν η ήττα από τους Αργεντινούς στην πρεμιέρα, με το εικονικό καλάθι του Μάνου Τζινόμπιλι στο τελευταίο δευτερόλεπτο, ήταν μεν σοκαριστική, λογική δε, το παιχνίδι για την πρόκριση στα προημιτελικά με την Κίνα ήταν σοκ. Αυτή η μη αναμενόμενη ήττα έστειλε τους Σέρβους στα σκοινιά. Το επόμενο χρόνο ήρθε το Βατερλό και, σε αντίθεση με την ιστορική μάχη, ο γαλλικός δάκτυλος απεδείχθη καίριος. Όσοι έζησαν, ακόμα και εξ απόστασης, το Ευρωμπάσκετ εκείνο, που ήταν θριαμβευτικό για το μπλε και το γαλάζιο της Ελλάδας, θυμούνται την επική συνέντευξη Τύπου του Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς, ο οποίος ξεμπρόστιασε με… διευθύνσεις και ονόματα τους παίκτες που καθημερινώς έπαιζαν «μπουκέτα» στα αποδυτήρια, τη γενική κατακραυγή για έναν από τους λογιζόμενους και αρχιερείς του σύγχρονου σέρβικου μπάσκετ, στον οποίο δεν μιλούσε για πάνω από έξι μήνες ο γιος του κουμπάρου του, Ντούσαν Ίβκοβιτς, η οποία τον ανάγκασε να κρυφτεί, τις φωτογραφίες του Μάρκο Γιάριτς, λιώμα από αλκοόλ, να βγαίνει από κέντρο, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, που καθρεφτιζόταν στα πρόσωπα των πέντε «ιερών τεράτων» , του Αλεξάντερ Τζόρτζεβιτς, του Πρέντραγκ Ντανίλοβιτς, του Ζάρκο Πάσπαλι, του Ζόραν Σάβιτς και του Βλάντε Ντίβατς. Ατόφια μελαγχολία.

*Η Σερβία-Μαυροβούνιο δεν πήγε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Ιαπωνίας τον επόμενο χρόνο και αυτή ήταν η πρώτη φορά που δεν πήρε μέρος στην τελική φάση διεθνούς διοργάνωσης από το 1959 (!) και το Παγκόσμιο της Χιλής. Το 2007 ήρθε η τελευταία πράξη του διεφθαρμένου δράματος μετά το ξέσπασμα με τα μπινελίκια του Ντάρκο Μίλιτσιτς, έπειτα από το παιχνίδι με την Ελλάδα στο Ευρωμπάσκετ της Ισπανίας. Ο παίκτης που θεωρήθηκε το σύμβολο της πλέον ακατάλληλης κατάστασης, τουλάχιστον όσον αφορά στα θεμέλια του γιουγκοσλάβικου οικοδομήματος ήταν εκείνος που έκλεισε και τον κύκλο της σήψης, με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο.

Η Σερβία δεν εμφανίστηκε ούτε το 2008, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου, για πρώτη φορά από το 1956 και το Ελσίνκι. Αυτές οι δύο απουσίες ήταν το έναυσμα που ήθελε η Ομοσπονδία, η οποία εμπιστεύτηκε, όπως ήταν λογικό, τους πληθωρικούς βετεράνους της, για να καθαρίσει τη σκόνη και τα σκουπίδια που είχαν μαζευτεί. Το «ψηστήρι» για την επόμενη μέρα έπρεπε να αφορά σε έναν πραγματικό μάστορα. Και φυσικά ο Ντούσαν Ίβκοβιτς ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος.

Κάθε φορά που σκέφτομαι τον Ντούντα να μαζεύει τον Τεόντοσιτς, τον Βελίτσκοβιτς, τον Μπιελίτσα, τον Μάρκοβιτς, για να τους κάνει μία προπόνηση η οποία θα τους έφερνε κοντά στο γιουγκοσλάβικο ultimatum, θυμάμαι τον Χάρη Παυλίδη, στα νάματα της ομάδας πόλο Γυναικών του Ολυμπιακού που έχει κατακτήσει πέντε διαδοχικά πρωταθλήματα, ένα LEN Trophy, μία Ευρωλίγκα και ένα ευρωπαϊκό Super Cup, να μου λέει ότι πρόβλημα με μία τόσο νεανική ομάδα είναι ότι δεν μπορείς να πεις κάτι μόνο μία φορά. Οι πιτσιρικάδες έπρεπε να περάσουν διά πυρός και σιδήρου για να μπορέσουν να αντιληφθούν τι λέει ο προπονητής τους, ωστόσο ήταν και παιδιά που μπορούσαν να κάνουν πράγματα χωρίς να τα καταλαβαίνουν. Ήταν υπάκουοι και ήξεραν, χωρίς αντίρρηση, πως ό,τι έλεγε ο προπονητής ήταν νόμος. Κάτι που δεν θα γινόταν να συμβεί με τον Ιγκόρ Ρακότσεβιτς, τον Βλαντιμίρ Ραντμάνοβιτς και τον Βλάντο Σκεπάνοβιτς. Από το 2009 και τον τελικό του Ευρωμπάσκετ, το πράγμα άρχισε να ρολάρει. Ο Ντούντα διάλεξε, ως παλιά καραβάνα, τον Νέναντ Κρστιτς, που αν εξαιρεθεί η γρονθοκλωτσοκαρεκλοπατινάδα στο αλήστου φιλικό με την Εθνική, δεν είχε δημιουργήσει ποτέ πρόβλημα. Και από καιρού εις καιρόν, οι προπονητές επιδίδονταν σε συμπεριφορές που «σόκαραν» τον προηγμένο κόσμο. Ο Ντούσκο Βουγιόσεβιτς, λέει ο αστικός μύθος, είχε τα κλειδιά από τα σπίτια των παικτών της Παρτίζαν τη χρονιά, που έφθασε στο Final-4 στο Παρίσι το 2010 (όταν αποκλείστηκε από τον Ολυμπιακό στην παράταση, μετά από φόλοου κάρφωμα του Τζος Τσίλντρες ελάχιστα πριν την εκπνοή της κανονικής διάρκειας του παιχνιδιού), ώστε να μπορεί να κάνει εφόδους κατά πώς το επιθυμούσε. Την περυσινή περίοδο, μάλιστα, όταν οι Αμερικανοί ανακάλυψαν το βίντεο που ο «δικτάτορας» της Παρτίζαν είχε πιάσει από το λαιμό τον Μπόγκνταν Μπογκντάνοβιτς, έγινε κατευθείαν viral και ο αναγνωρισμένος Σέρβος ρωτήθηκε πλειστάκις για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Ασφαλώς, υπάρχουν κι άλλες περιπτώσεις: Το «χώσιμο» του Σάσα Τζόρτζεβιτς στον Μίροσλαβ Ραντούλιτσα, σε ματς της εθνικής ομάδας, τα συχνά γκάζια του Ίβκοβιτς στα τάιμ άουτ και, λαστ μπατ νοτ λιστ, που λένε και στην Μπάνια Λούκα, το καταπληκτικό στιγμιότυπο με τον Ομπράντοβιτς να στέλνει τον Μπιέλιτσα στα αποδυτήρια κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού της Φενέρμπαχτσε, λίγους μήνες πριν ο εντυπωσιακός σμολ φόργουορντ, που διαπρέπει τώρα στους Μινεσότα Τίμπεργουλβς, πάρει το τρόπαιο για «Παίκτης της Χρονιάς» στην Ευρωλίγκα.

Οι καλοί παίκτες που βγάζει το σέρβικο μπάσκετ κατά κανόνα κάνουν… μια στάση εδώ, πριν φύγουν για το ΝΒΑ, με εξαιρέσεις όπως του Νίκολα Γιόκιτς, που έφυγε από τη Μέγκα μετά από εμπειρία μόλις τριών χρόνων, που περιείχε μόνο παιχνίδια από την Αδριατική Λίγκα, ενώ και η εθνική ομάδα δεν εξαρτάται πλέον από κανέναν και αυτό αποδείχθηκε στο Ευρωμπάσκετ του 2017, όταν, με πολλές απουσίες, έφτασε στον τελικό της διοργάνωσης, ένα αληθινό κατόρθωμα.

Αυτή, από το 2009, είναι η πραγματική εθνική Σερβίας, η πρώτη μετά τον εμφύλιο. Από το 1995 έως το 1998, η ομάδα εξαρτάτο από παίκτες που μεγάλωσαν στη Γιουγκοσλαβία, ενώ από εκεί και έπειτα το μπαστάρδεμα με τον καπιταλιστικό δυτικό αθλητικό κόσμο έφερε απευκταία αποτελέσματα. Και μπορεί ο τίτλος να αργήσει να έρθει, αλλά από το 1959 και τη δεύτερη θέση στο Ευρωμπάσκετ έως το 1970 και το χρυσό μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Λιουμπλιάνα, πέρασαν χρόνοι 11. Και το ποτάμι έκανε σχεδόν 45 χρόνια για να γυρίσει πίσω και μόλις 5 για να πάρει ξανά εμπρός.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ