Το κατόρθωμα της ΑΕΚ δεν έχει αστερίσκο

168

Είναι λυπηρό και δυσάρεστο ότι η Super League έπρεπε να κριθεί με αυτόν τον τρόπο, αλλά δεν απέχει από την ελληνική λογική. Στην ταινία της Ελένης Αλεξανδράκη, «Κωστής Παπαγιώργης, ο πιο γλυκός μισάνθρωπος», που από την Πέμπτη παίζει για δεύτερη εβδομάδα τόσο στον «Δαναό», όσο και στους κινηματογράφους «Διάνα» και «Αλκυόνις», ένας από τους φίλους του σπουδαίου δοκιμιογράφου από τα χρόνια τους στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, θυμήθηκε ότι με τη θέρμη της νιότης οι Έλληνες φοιτητές ήταν ενθουσιασμένοι που θα επέστρεφαν στην Ελλάδα γνωρίζοντας ποιος ήταν ο Χάιντεγκερ. Ήταν σίγουροι ότι θα την άλλαζαν. «Δεν ήξεραν, όμως, ότι η Ελλάδα είναι το πιο ανθεκτικό πτώμα», όπως είπε.

Το ποδόσφαιρο του ανθεκτικού πτώματος πρέπει να μυρίζει φορμόλη, μαζί με έναν παραλογισμό για το ίδιο το γεγονός ότι ζει. Άπαξ και ζει, είναι μάλλον απαραίτητο να κουβαλάει γύρω του όλα τα μικρόβια και τις λοιμώξεις που κουβαλά ένας ασθενής με χαμηλό προσδόκιμο ζωής. Καμιά φορά, μόνο, όταν κάποιος κάνει το σωστό, μπορεί και να δικαιωθεί. Η περίπτωση της φετινής ΑΕΚ, δηλαδή.

Ο λαός μόνο στο ποδόσφαιρο μπορεί να λογίζεται ως λαός και όχι ως κλίκα ή παρέα η οποία ασχολείται με κάτι συγκεκριμένο. Μόνο το ποδόσφαιρο μπορεί, ακόμα και τους σύγχρονους καιρούς, με τη μονομέρεια στην εμπορικότητα, να εργάζεται πάνω στις αισθήσεις και τα αισθήματα του τελευταίου κουλουρτζή της Ζουαζιλάνδης, ακόμα κι αν αυτά συμπιέζονται γύρω από την όραση. Το ποδόσφαιρο έχει λαϊκό αίσθημα και είναι το μόνο που δικαιούται να το ισχυρίζεται, διότι είναι το μόνο που προσπαθεί per mare per terram να το ξεφορτωθεί. Ως εκ τούτου, το ίδιο το αίσθημα, αφού είναι κοινό ανεξαρτήτως υποστήριξης και ενισχύεται από τον ίδιο τον ευαίσθητο παρονομαστή, δεν μπορεί παρά να έρχεται σε αντίθεση με το δικανικόν και τις νομικές διαστάσεις. Σε αυτήν την περίπτωση, πρέπει να αναλογιστούμε το εξής: ποια είναι η ποινή που θα θέλαμε για έναν παιδεραστή που ασελγούσε σε 4χρονο και ποια είναι η τιμωρία με την οποία όντως θα τον δεσμεύσει το δικαστήριο; Υπάρχει τεράστια διαφορά.

Οπότε, ανεξαρτήτως αν ο νόμος για την είσοδο ενός ιδιοκτήτη ποδοσφαιρικής ομάδας και του τεχνικού διευθυντή της είναι αυστηρός ή όχι, ανεξαρτήτως αν αυτό είναι ξέχωρο με το γεγονός ότι στη δεξιά πλευρά του παντελονιού του εμφανίστηκε πιστόλι, το λαϊκό αίσθημα είναι εκείνο που μετράει. Οι δικονομίες είναι για όσους ασχολούνται και, βέβαια, για όσους αφορά εμμέσως η συγκεκριμένη υπόθεση. Η κρίση, όμως, η πρωτογενής γνώμη ελάχιστα πρέπει να αφορά σε αυτό. Πρέπει να αφορά στην εξέλιξη εκείνης της κατάστασης που θα κάνει καλύτερο τον κόσμο, που θα αποδώσει την καλώς λεγόμενη δικαιοσύνη, που δεν θα αφήσει κενό ή αστερίσκο. Ό,τι θα συνέβαινε, δηλαδή, αν δεν κατακτούσε το πρωτάθλημα η ΑΕΚ, το πρώτο της μετά το 1994.

Η ΑΕΚ έκανε έναν άθλο, όχι φέτος αλλά, σε διάστημα τριετίας. Όποιος θυμάται, η Καϊζερσλάουτερν του Ότο Ρεχάγκελ είχε καταφέρει το 1998 να κατακτήσει το πρωτάθλημα αμέσως αφού ανέβηκε στην Bundesliga. Η ΑΕΚ έκανε κάτι αντίστοιχο, σε ένα ποδοσφαιρικό τοπίο που, τουλάχιστον αυτό είναι, πολύ πιο συντηρητικό, ειδικά από την Bundesliga του 1998, και δεν επιτρέπει τέτοιες σκέψεις. Για να φτάσει η ΑΕΚ στο σημείο να είναι άτρωτη, έπρεπε να τα βρει με τον εαυτό της: μετά από απολύσεις προπονητών και κάποια πίεση από τον κόσμο, η στιγμή ήρθε. Και ήρθε με όμορφο τρόπο.

Ασφαλώς, οι γνώστες του ρεπορτάζ είναι περισσότερο καταρτισμένοι, ως εκ τούτου το συγκεκριμένο κείμενο δεν αφορά στο συμπεριφορισιακό κομμάτι, αλλά στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Η ΑΕΚ δεν συμμετείχε ή, εν πάση περιπτώσει, συμμετείχε λιγότερο από όλους τους άλλους, στις αντεγκλήσεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα βρώμικα, αν υπάρχουν, να έχουν μείνει εν οίκω και να μην έχουν εξωτερικευθεί εν δήμω. Τούτο είναι το μεγάλο κατόρθωμά της και η σαφέστατη εξωαγωνιστική διαφορά της από τους υπόλοιπους σφετεριστές του τίτλου. Τη στιγμή που η ψύχωση του ΠΑΟΚ ανήλθε σε ύψη απροσπέλαστα και για αυτό έγινε εκατόμβη, η ΑΕΚ κράτησε την ψυχραιμία της με τρόπο θαυμαστό. Αυτή η ψυχραιμία έφερε μερικές εκπληκτικές στιγμές, κυρίως διότι από το εξωαγωνιστικό κομμάτι μεταφέρθηκε εντός του αγωνιστικού χώρου. Αν η μνήμη δεν αναδεικνύει την ιδιοτροπία της, από τον Παναθηναϊκό του 2004 και τον «Μανώλη» (Εμανουέλ Ολιζαντέμπε) έχει να υπάρξει ομάδα που κατάφερνε να βρίσκει γκολ όποτε της ήταν απαραίτητο. Ο Παναθηναϊκός εκείνος, εξαιρουμένου του παιχνιδιού με τον Ολυμπιακό που ασφαλώς και διαβάζεται όπως θέλει κάποιος, είτε δηλαδή ως μεμονωμένο περιστατικό είτε σε συνάρτηση με προηγούμενες καταστάσεις, δηλαδή ως «δανεικά», είχε ολύμπια ψυχραιμία αλλά γλίτωσε και σε περιπτώσεις, με πιο κραυγαλέα εκείνη του παιχνιδιού με την Προοδευτική στον Κορυδαλλό, στις 16 Μαΐου 2004, όταν ο Κώστας Φραντζέσκος, αυτός ο μαιτρ των εκτελέσεων φάουλ (ο κορυφαίος, ίσως, στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου), σημάδεψε το δοκάρι στο 95’ της αναμέτρησης δημιουργώντας το δικό του φινάλε στην ποδοσφαιρική υστεροφημία, το αθάνατο κρασί του, όπως έγραψε και ο ποιητής Παλαμάς.

Η ΑΕΚ, λοιπόν, δικαίως κατέκτησε το πρωτάθλημα. Μια και δυο και τρεις και είκοσι φορές δικαίως. Ενόχλησε λιγότερο από κάθε άλλον την ποδοσφαιρική καθημερινότητα, προκάλεσε λιγότερο από οποιονδήποτε άλλο το κοινό αίσθημα και απλώς δεν της δίνονται οι πόντοι που της πρέπουν. Δεν διαμαρτυρόταν με την ένταση που το έκαναν οι υπόλοιποι σφετεριστές του τίτλου στα διαιτητικά ατοπήματα. Ήταν σχεδόν αποστασιοποιημένη και, μάλιστα, το έκανε ενώ είχε απουσίες τρανταχτές: του Μάνταλου, του Γιόχανσον, του Τσόσιτς, του Γιακουμάκη, έστω κι αν έπειτα έβαλε το γκολ με τον Ολυμπιακό. Επίσης, τραυματίστηκε ο Ντμίτρο Τσιγκρίνσκι. Επρόκειτο για τραυματισμούς που θα μπορούσαν, με τη σειρά τους, να φέρουν αρνητική ενέργεια σε μία ομάδα, να «χρεώσει» εαυτήν με κακοδαιμονία. Δεν συνέβη κάτι από αυτά. Η ΑΕΚ αποδείχθηκε τις κρίσιμες ώρες σκληρή σαν το ατσάλι, πανίσχυρη και ώριμη. Από κάποιο σημείο και μετά, το πέπλο του τρόμου με το οποίο σκέπαζε τις υπόλοιπες ομάδες ήταν η σιγουριά πως δεν επρόκειτο να χάσει. Η τελευταία ήττα της έμοιαζε να είχε συμβεί τον προηγούμενο… αιώνα, τόσο ξεμάκρυνε η ίδια την απόσταση από την τελευταία χασούρα της. Ακόμα και στο Europa League, η ΑΕΚ είχε πολλές πιθανότητες διάκρισης, μόνο το λάθος του Χιμένεθ (το μόνο που πλήρωσε η ομάδα μέσα στη χρονιά) με τις αλλαγές των Χριστοδουλόπουλου και Μπακασέτα στο 70’ και το 74’ στέρησαν από την ομάδα, μέσα στο Κίεβο με την Ντινάμο, τις όποιες πιθανότητες πρόκρισης, τη στιγμή που η ΑΕΚ είχε πανικοβάλει τους Ουκρανούς.

Όλα αυτά, δεν κάνουν απλώς την ΑΕΚ δίκαιη πρωταθλήτρια, της ανεβάζουν απευθείας το στάτους κβο και ταυτοχρόνως δείχνουν τον τρόπο της σωστής διαχείρισης. Καθόλου άσχημα για μία ομάδα που οι φίλοι της έχουν να θυμούνται τρανές, αν όχι αδικίες έστω, αμφισβητήσεις σε ιστορικά χρονικά σημεία και αυτό, σε καταστάσεις όπως το να οδηγείς την κούρσα του πρωταθλήματος, μπορεί να φέρει κατακερματισμό. Δεν ήταν μόνο η πιο δίκαιη πρωταθλήτρια, αλλά το πιο ωφέλιμο πράγμα που συνέβη στο ελληνικό ποδόσφαιρο, σε ένα πρωτάθλημα που, εν κατακλείδι, αξίζει στο πιο ανθεκτικό πτώμα.

Η ΑΕΚ ήταν, για μία φορά, η λαμπρή εξαίρεση που έφτασε στον προορισμό όπως ταίριαζε στην ίδια και, πολύ περισσότερο, στην κατάσταση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ