Το επώνυμο του γιου του Πέτερ

206

Ξέρεις ποιος είναι αυτός;, ρώτησα τον Μάνο. Του έδειχνα στη μεγάλη τηλεόραση έναν δυνατό ξανθό πορτιέρε, ο οποίος σίγουρα έκοβε ξύλα στα παιδικά χρόνια του. Ίσως οι μεγάλες πλάτες του να προκύπτουν από το γονίδιο. Αν τον φανταστείς να έχει παιδιά, να έχει βάλει στους ώμους την κόρη του και να κρατάει με το χέρι-δαγκάνα το γιο του, ίσως είναι λόγος υπέρ της τεκνοποίησης. Μία δωρεάν διαφήμιση.

Ένας όμορφος νεαρός. Δεν τον ήξερε. Σάββατο απόγευμα, η Δανία αντιμετωπίζει το Περού. Η Αθήνα συνέρχεται από μία απίθανη μπόρα που ασφαλώς έκανε τους δρόμους να μοιάζουν με αποτυχημένα ποτάμια. Ο Μάνος δεν βλέπει ποδόσφαιρο, παρά ελάχιστες φορές. Ακόμα και όταν η τηλεόραση παίζει ποδόσφαιρο, όταν πρόκειται να κάνει άλλες δουλειές δεν δίνει σημασία. Μπορεί ο σχολιαστής να περιγράφει ένα ασύλληπτο γκολ, αλλά ο άνθρωπος είναι τόσο συγκεντρωμένος σε αυτό που κάνει, που, κοιτάζοντάς τον, αντιλαμβάνεσαι ότι είναι σχεδόν αδύνατον να ενοχληθεί.

Σε εκείνη την περίπτωση, όμως, καθόμαστε στο μπαλκόνι και παρακολουθούσαμε το Δανία-Περού. Ο ξανθός γενειοφόρος, στον οποίο εστίασε η κάμερα, υπερασπίζεται την εστία της Δανίας. Όταν μου απάντησε «ποιος;», υπέθεσα ότι θεωρούσε πως η απάντησή μου δεν θα τον ενθουσίαζε. «O Κάσπερ Σμάιχελ», του είπα, «γιος του Πέτερ Σμάιχελ», προσπαθώντας να κρύψω την ένταση. «Σοβαρά;», απάντησε και κατάλαβα ότι για μία φορά σε αυτά τα 18 χρόνια γνωριμία είχα πετύχει κέντρο. Το επώνυμο «Σμάιχελ» δεν ξέρεις πόσο σημαντικό είναι για ένα παιδί της δεκαετίας του ’90 που απλώς έτυχε να παρακολουθεί ποδόσφαιρο, αν δεν το πεις πρώτα.

Ο Πέτερ Σμάιχελ είναι ο καλύτερος τερματοφύλακας που έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Ασφαλώς, αυτή η τοποθέτηση είναι υποκειμενική. Τις προάλλες παρακολουθούσα τον Τζούλιος Έρβινγκ, το θρύλο του ΝΒΑ με το παρατσούκλι Dr J, να επιμένει ότι ο αγαπημένος του μπασκετμπολίστας είναι ο Γουίλτ Τσάμπερλεϊν. Ούτε ο Μάικλ Τζόρνταν ούτε κάποιος άλλος, που προέκυψε έπειτα, μπόρεσαν να συγκινήσουν τον τυπικά δεύτερο θαυματοποιό του ΝΒΑ, μετά τον Έλτζιν Μπέιλορ, αλλά επί της ουσίας πρόγονο όσων έδωσαν στο μπάσκετ την αίσθηση του χορού. Σε τέτοιες περιπτώσεις, σπανίως κάποια επιλογή συμβαίνει κατοπινά, μετά τα πρώτα χρόνια, δηλαδή, που περιλαμβάνουν και την εφηβεία. Ο Πέτερ ήταν ένας φανταστικός τερματοφύλακας, τέτοιος που θα έπρεπε να θεωρούνται ισοϋψείς κομπίνες οι μόνο 550.000 λίρες που έδωσε η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ για να τον πάρει από την Μπρόντμπι το 1991 με τον τρόπο που ο σερ Άλεξ Φέργκιουσον ψάρεψε τη Λιντς Γιουνάιτεντ για να πάρει τον Ερίκ Καντονά. Δεν ήταν, βέβαια, ο μεγαλόσωμος Πέτερ, που λογικά ακόμα στοιχειώνει τις νύχτες του Αλέξη Αλεξανδρή, που αφήνει απαραιτήτως την καλή αίσθηση που υπάρχει για τους Δανούς. Οι Δανοί μοιάζουν με τους Ολλανδούς και, στο τεχνικό πεδίο, είναι οι Ολλανδοί των μπλε κολάρων, τεχνίτες χωρίς το σνομπισμό. Ακόμα και στα δύο πρώτα παιχνίδια τους σε αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο υπάρχουν καταστάσεις που αναδεικνύεται η προσωπική τεχνική. Παρακολουθώντας τους να παίζουν, ήρθαν στο μυαλό δύο άσχετες στιγμές: η μπαλιά του Ντέιλι Μπλιντ στον Ρόμπιν φαν Πέρσι, για την ισοφάριση στο ματς με την Ισπανία στο προηγούμενο Παγκόσμιο Κύπελλο, και η μπαλιά του Φρανκ ντε Μπουρ στον Ντένις Μπέργκαμπ, στο κοντρόλ-ποδιά-εξωτερικό στο «γάμα», στο 90’ του προημιτελικού του 1998 με την Αργεντινή. Κάτι έχουν αυτές οι μπαλιές, κάτι που παραπέμπει ακριβώς στη σχολή από την οποία κατάγονται οι παίκτες που τις κάνουν. Δεν είναι απλώς η ευκολία ή η άνεση, αλλά η γεωμετρική αίσθηση ίσως, η αντίληψη περί σχηματισμού και η πυκνότητα της απλότητας. Και σκεφτόμουν ότι αντίστοιχες μπαλιές μπορούν να κάνουν μόνο οι Δανοί.

Άλλωστε, ένας από τους πιο άρτιους τεχνικά ποδοσφαιριστές, που ήξερε το παιχνίδι στο βάθος του, ήταν ο μέγας Μίκαελ Λάουντρουπ, ο οποίος οδήγησε τη Δανία στους προημιτελικούς του Παγκόσμιου Κυπέλλου του 1998, 20 χρόνια πριν, και σε μία σπουδαία εμφάνιση με τη Βραζιλία, που έφερε το 3-2. Ο Μίκαελ, με τη διορατικότητα και τα σλάλομ που επιχειρούσε δίκην σκιέρ (ένα εκ των οποίων έγινε και με την Ουρουγουάη το 1986, δίνοντας στον κόσμο ένα σπουδαίο γκολ), ήταν ξεχωριστή περίπτωση, πολύ ολλανδική, αλλά περισσότερο λυρική, θαρρείς όπως όλος ο λαός, που ερήμην του ζει μέσα από την κληρονομιά του Άμλετ και βέβαια τα υπέροχα παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Είχα ξεχάσει πόσο σημαντική είναι μία διοργάνωση με μία Δανία που πάει καλά. Πρόκειται για την ενέργεια που σου αφήνουν οι ποδοσφαιριστές της, μία κάποια καλοσύνη, παράδοξη ίσως, καθώς πρόκειται για διεθνή διοργάνωση που δικαιολογεί το πολεμικό εμβατήριο, αλλά είναι ίδιον της ποδοσφαιρικής Εθνικής, πιθανότατα του ίδιου του λαού, να μην μπλέκει σε αντιδικίες, όσο κι αν ο μικρός Σμάιχελ προκάλεσε τον Γέντινακ πριν την εκτέλεση του πέναλτι που έφερε το γκολ της Αυστραλίας και την ισοφάριση.

Ο Κάσπερ Σμάιχελ έχει πια ονοματεπώνυμο. Η στατιστική απιθανότητα του να γίνει ο γιος του μακράν καλύτερου τερματοφύλακα στην ιστορία του ποδοσφαίρου της βόρειας Ευρώπης, όχι μόνο τερματοφύλακας αλλά, διεθνής στην εθνική ομάδα η οποία πρόκειται να περάσει φάση σε Παγκόσμιο Κύπελλο, έχει μάλλον ξεπεραστεί από ό,τι έκανε ο μικρός Σμάιχελ που δεν έκανε ο μεγάλος. Όχι την κατάκτηση του πρωταθλήματος Αγγλίας, δηλαδή, αλλά την κατάκτηση του πρωταθλήματος Αγγλίας με τη Λέστερ, ένα κατόρθωμα που ακόμα και τώρα απαιτεί ανάλυση, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη συνειδητοποίησή του.

Από τη μεριά του, βέβαια, ο θηριώδης μπαμπάς μπορεί να αντιτείνει το επίσης απίθανο: την κατάκτηση του Euro του 1992, με μία ομάδα η οποία Ιούνη έπαιξε στη Σουηδία, Ιούνη μαζεύτηκε, που λέει ο λόγος. Από τις 8 ομάδες, η Δανία είχε τις λιγότερες πιθανότητες και παρήγε μία θαυμάσια ιστορία. Ο Κάσπερ Σμάιχελ δεν είχε κλείσει ακόμα τα 6 όταν ο μπαμπάς κατακτούσε όλη την Ευρώπη, νικώντας Γαλλία, Ολλανδία και Γερμανία σε μία διοργάνωση και μάλιστα κολλητά, παρ’ όλα αυτά είτε κάτι θυμάται είτε είναι οικογενειακή παράδοση η καλή ενέργεια, οι Σμάιχελ είναι μία ποδοσφαιρική οικογένεια δύο γενεών. Με γάντια, μακρυμάνικες φανέλες και πλάτες-στρέμματα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ