Τι μπορεί να κάνει η Ρεάλ στο Κίεβο

141

Μόνο η Ρώμη μπορεί να κοκορεύεται ότι της έμεναν 90 λεπτά ώστε να δει δύο ομάδες της πρωταθλήτριες Ευρώπης σε μπάσκετ και ποδόσφαιρο. Στην πραγματικότητα, τότε, το 1984 στο «Ολίμπικο», σε ό,τι ήταν το τελευταίο τρόπαιο Πρωταθλητριών της Λίβερπουλ ως το 2005, με τον Μπρους Γκρόμπελαρ να το παίζει μεθυσμένος στη διαδικασία των πέναλτι και τον αρχηγό Φιλ Νιλ να ευστοχεί στο τελευταίο χτύπημα, τα λεπτά ήταν 120 και η διαδικασία. Πάλι, το ίδιο πράγμα. Η Ρόμα δεν έγινε η πρώτη που τα κατάφερε και η πρώτη δεν έχει έρθει ακόμα.

Βεβαίως, το ημερολόγιο κάνει κάποια διαφορά. Στο Κίεβο, το προσεχές Σάββατο 26 Μαΐου, η Ρεάλ Μαδρίτης μπορεί να κατακτήσει το Champions League στο ποδόσφαιρο μόλις μία εβδομάδα αφού πήρε το Κύπελλο Πρωταθλητριών στο μπάσκετ, νικώντας 85-80 τη Φενέρμπαχτσε στον τελικό του Βελιγραδίου. Πριν από 24 χρόνια, η Βίρτους Ρόμα είχε νικήσει την Μπαρτσελόνα στη Γενεύη (στον πρώτο από τους πολλούς χαμένους τελικούς του Αΐτο Γκαρθία Ρενέσες) στις 29 Μαρτίου και έπαιξε τον τελικό με τη Λίβερπουλ στις 30 Μαΐου. Οι σύλλογοι θριαμβεύουν ή ταπεινώνονται μέσω των ανθρώπων, οπότε το αίσθημα προσμονής στη Ρώμη, για να διαδεχθεί η ποδοσφαιρική ομάδα τη Βίρτους, είχε κάπως εξατμιστεί. Εδώ, όμως, πρόκειται για δύο τελικούς μέσα σε 7 μέρες, κάτι που είναι ανεπανάληπτο. Υπάρχει περίπτωση, κάποιος που βρέθηκε στη «Stark» να είναι και στο «Ολιμπίσκι». Ακόμα καλύτερα, να έφυγε από το Βελιγράδι και σε μία περιπέτεια που θα τη θυμάται μια ζωή, να έφτασε στο Κίεβο έχοντας χρησιμοποιήσει κάθε πιθανό μέσο, ώστε να δει τη Ρεάλ πρωταθλήτρια Ευρώπης στο ποδόσφαιρο για τρίτη διαδοχική χρονιά, κάτι που στο Κύπελλο Πρωταθλητριών στο ποδόσφαιρο έχει να γίνει από το 1976 και την Μπάγερν Μονάχου, αλλά στο μετονομαζόμενο Champions League, από το 1992 και έπειτα, δεν έχει γίνει ούτε κατά διάνοια -αρκεί να θυμηθεί κάποιος ότι πέρυσι η Ρεάλ έγινε η πρώτη που έκανε το ριπίτ, αλλά και να γιορτάσει την επιβολή της, για πρώτη φορά, στα δύο πιο γνωστά σπορ της Ευρώπης.

Πρόκειται, προφανώς, για το σημείο-κορωνίδα στην ψυχοσύνθεση ενός οπαδού, μία κατάσταση που μπορεί να τον οδηγήσει σε έκσταση. Μόνο η υποψία ότι μπορεί να γίνει βάζει τα σπάνια ποδοσφαιρικά μπαχαρικά στη συνταγή του πιάτου, πόσω μάλλον όταν βρίσκεσαι ελάχιστα μακριά από το να τα καταφέρεις.

Στην ιστορία των Κυπέλλων Πρωταθλητριών των δύο σπορ, υπάρχουν ομάδες που έζησαν αυτήν την προσμονή, έστω και όχι στον απόλυτο βαθμό που τη βιώνει ο οργανισμός Ρεάλ τώρα. Η ίδια η Ρεάλ έχει βρεθεί σε αυτήν τη θέση κάποιες φορές. Το 1962 έχασε και τους δύο τελικούς: Με σκορ 5-3 σε ένα χορταστικό παιχνίδι με την Μπενφίκα στο Άμστερνταμ και με σκορ 90-83 από την Ντινάμο Τμπίλισι, σε παιχνίδι που έγινε στη Γενεύη. Το 1964 έχασε 3-1 από την Ίντερ στη Βιέννη και κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών στο μπάσκετ, το πρώτο στην ιστορία της μετά από διαδοχικές χαμένες απόπειρες στο τελευταίο στάδιο, ανατρέποντας το 110-99 εις βάρος της από τη Σπαρτάκ Μπρνο και νικώντας την 84-64 στη Μαδρίτη. Αυτή η περίπτωση μοιάζει πολύ με τη φετινή: 10 Μαΐου πήρε το τρόπαιο του μπάσκετ και στις 27 έπαιξε τον τελικό του «Πράτερ». Μετά το ξανάκανε το 2014, χάνοντας, ωστόσο, από τη Μακάμπι Τελ Αβίβ 98-86 σε εκείνο το τρελό παιχνίδι στο Μιλάνο και νικώντας 4-1 την Ατλέτικο Μαδρίτης στην παράταση, με το παροιμιώδες γκολ του Σέρχιο Ράμος στις καθυστερήσεις, που ισοφάρισε το παιχνίδι του Λους στη Λισσαβώνα. Η Μπαρτσελόνα το 2010 νίκησε 86-68 τον Ολυμπιακό στο Παρίσι, αλλά αποκλείστηκε στα ημιτελικά από την Ίντερ. Σε ό,τι αφορά, βέβαια, την έξαψη του οπαδού είχε αποκλειστεί από τις 28 Απριλίου από την Ίντερ και μόνο στις 7 Μαΐου νίκησε την ΤΣΣΚΑ Μόσχας στον ημιτελικό του Final 4.

Υπάρχει και μία ελληνική ομάδα, που πλησίασε όσο πιο κοντά γινόταν στο να παίξει τελικό Κυπέλλου Πρωταθλητριών ενώ είχε ήδη πάρει το άλλο τρόπαιο. Ο μεγάλος Παναθηναϊκός, τη σεζόν 1995-96. Στις 3 Απριλίου είχε νικήσει στον πρώτο ημιτελικό τον Άγιαξ στο Άμστερνταμ 0-1, στις 9 και τις 11 Απριλίου νίκησε τις ΤΣΣΚΑ Μόσχας και Μπαρτσελόνα στο Final 4 στο Παρίσι και στις 17 έπαιξε το δεύτερο ημιτελικό με τον Άγιαξ στο ΟΑΚΑ, για να βρεθεί στη Ρώμη με αντίπαλο τη Γιουβέντους. Ασύλληπτο, ειδικά με το πώς έχει διαμορφωθεί η κατάσταση στο σύλλογο στις μέρες μας. Βεβαίως, δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει, τα χρήματα είναι φουγκάζι, που έλεγε και ο Μάθιου ΜακΚόναχι στον «Λύκο». Αλλά και εξ ορισμού. Πώς μπορεί να φτάσει η σκέψη στο ότι μία ομάδα έφτασε ένα παιχνίδι, όχι μόνο από το να παίξει έναν τελικό Κυπέλλου Πρωταθλητριών στο ποδόσφαιρο, ένα βαρυσήμαντο κατόρθωμα που πάλι ο Παναθηναϊκός το είχε καταφέρει το 1971, αλλά να παίξει σε δύο τελικούς, μπάσκετ και ποδοσφαίρου, μία εποχή σύγχρονη, που η τηλεόραση δεν αφήνει αμφιβολία για τη διαφάνεια ή την έλλειψή της, τουλάχιστον στον αγωνιστικό χώρο. Αυτό το κατόρθωμα είναι το πλέον ασύγκριτο για ελληνικό σύλλογο, ανεξαρτήτως αν ο Ολυμπιακός, φερ’ ειπείν, έχει διαφορετικά ευρωπαϊκά τρόπαια σε πέντε τμήματα (μπάσκετ Ανδρών, πόλο Ανδρών και Γυναικών, βόλεϊ Ανδρών και Γυναικών), όλα από το 1995 και μετά. Παραδείγματος χάρη, την εβδομάδα που οι «ερυθρόλευκοι» απέκλεισαν την Μπαρτσελόνα στα προημιτελικά της Ευρωλίγκας το 2015, με το τρίποντο του Πρίντεζη, η ομάδα πόλο Γυναικών του Χάρη Παυλίδη κατέκτησε το Κύπελλο Πρωταθλητριών στον Πειραιά. Κάθε σύλλογος μπορεί να δώσει λόγους στον οπαδό για να νιώθει περήφανος ή ακόμα και ο οπαδός να τους δημιουργήσει. Μία ιστορία παιγμένη σωστά, από έναν ερασιτέχνη παραμυθά, ένας ή και περισσότεροι νεκροί, οι ρίζες, ένα μικρό γήπεδο, ένα σπουδαίο φυτώριο, μία ιδέα συνολική. Όσον αφορά, όμως, σε αυτό που έχει ήδη καταφέρει η Ρεάλ Μαδρίτης παίζοντας στον τελικό του Κίεβου με τη Λίβερπουλ -και που θέλει να γίνει μία κατηγορία μόνη της, ό,τι είναι δηλαδή με τα ήδη 22 Κύπελλα Πρωταθλητριών σε ποδόσφαιρο και μπάσκετ, που η στατιστική γοητεία είναι ότι δεν έχουν συμπέσει, αν και η ποδοσφαιρική ομάδα έχει καλύψει λίγο περισσότερο από το ένα έκτο σε κατακτήσεις στο θεσμό και η μπασκετική ακριβώς το ένα έκτο- ο Παναθηναϊκός δικαιούται, ακόμα και με τα ερείπια που τον περιβάλλουν και την αχτίδα φωτός που γίνεται να δημιουργηθεί, να νιώθει ότι ανήκει σε αυτήν την ελίτ. Μία πολύ επίλεκτη κατηγορία, της μνήμης του παρόντος (παρελθόν), της ελπίδας του (μέλλον), αλλά και της ίδιας της ουσίας του (παρόν).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ