Ο πιο έξυπνος άνθρωπος στο ποδόσφαιρο το 2018

583

Οι ποδοσφαιρικές… μύγες ήταν παχιές παχιές το έτος που φεύγει. Κι αν κάθε ζυγό και μη δίσεκτο καθορίζεται από το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου, από το 1930 και έπειτα, η επικράτηση της Γαλλίας για δεύτερη φορά, 20 χρόνια μετά την πρώτη, συνέπεσε με την κατάκτηση του τρίτου διαδοχικού Κυπέλλου Πρωταθλητριών της Ρεάλ Μαδρίτης και τέταρτο στις πέντε τελευταίες διοργανώσεις. Ο τελευταίος Γάλλος που έχει κατακτήσει Παγκόσμιο Κύπελλο και Κύπελλο Πρωταθλητριών με τη Ρεάλ είναι ο Ζινεντίν Ζιντάν. Αυτό που έκανε ως παίκτης το επανέλαβε ως προπονητής, σε ό,τι αφορά το τρόπαιο με τα μεγάλα αυτιά.

Αυτή η σπουδαία προσωπικότητα είναι, επίσης, ο πιο έξυπνος άνθρωπος για το 2018 στο ποδόσφαιρο. Η εις άτοπον απαγωγή, η οποία εκδηλώνεται με την απουσία του, αναγκάζει σε αυτό το συμπέρασμα. Ο Ζιντάν συμπεριφέρθηκε διανοητικά με το σταθερό χέρι ενός χειρουργού, με τη λεπτότητα ενός γλύπτη, με την ακρίβεια ενός ταριχευτή.

Έχουν συμπληρωθεί ήδη 10 χρόνια από τη φτιάξη της πιο ακριβούς και ταυτοχρόνως θεαματικής ομάδας που έπαιξε ποτέ ποδόσφαιρο. Η Μπαρτσελόνα ξεπήδησε από την άρτια γνώση του Γιόχαν Κρόιφ, τις αποχρώσεις της οποίας δεν υπήρχε άλλος που να έχει εντρυφήσει καλύτερα. Η Μπαρτσελόνα φύτρωσε μέσα από τα σπλάχνα της καταλανικής αφέλειας, εκείνων των αθώων κατοίκων της πόλης, που στο ημιτελές της χασμουρήθηκε ο Γκαουντί μαζί με το πεπρωμένο του, οι οποίοι θεωρούν πως η ιστορία της ανεξαρτησίας κρύβει μόνον ουμανισμό και ουδεμία σχέση έχει με έτερα πολιτικά συμφέροντα. Η Μπαρτσελόνα ήταν ό,τι κοντινότερο το ποδόσφαιρο έχει δει στην ονειρώδη ομάδα. Δεν υπήρξε μεγάλος αντίπαλος που να μην τον νικήσει τουλάχιστον άνετα: Μπάγερν Μονάχου, Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Γιουβέντους, Μίλαν. Μόνον η Τσέλσι, η οποία πλέον βρίσκεται στα σύνορα της αποδοχής της από το κοινό αίσθημα ως παραδοσιακής δύναμης, γλίτωσε. Ελάχιστες ομάδες, εθνικές τε και σύλλογοι, θα μπορούσαν να μπουν σε μία, ούτως ή άλλως μάταιη, σύγκριση με τους «μπλαουγκράνα». Στο αμιγώς ποδοσφαιρικό κομμάτι, σε ό,τι είναι η κάλυψη περισσότερου χώρου, το από περίφημο έως διαβόητο passing game, η ικανότητα της δημιουργίας στην κλειστή άμυνα, το σπάσιμο του τεχνητού οφσάιντ, δεν πάει κάποια ομάδα της ιστορίας κοντά.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, την ένδοξη εποχή της, η Μπαρτσελόνα κατέκτησε τρία «σπαστά» Κύπελλα Πρωταθλητριών, σε 6 χρόνια. Και η Ρεάλ Μαδρίτης πήρε τέσσερα, σε 5.

Η Ρεάλ του 2-6, του 5-0, του 3-4, του 0-4, του 2-0, της ήττας με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο. Ένα τέλειο θύμα, που όλα αυτά τα χρόνια έχει πάρει ελάχιστες χαρές, ένα Κύπελλο από εδώ, ένα Super Cup Ισπανίας από κεί, το πρωτάθλημα του 2017. Διαφορά ειδοποιός, ως και σκανδαλώδης, ώρες ώρες, για δύο ομάδες που αποτελούν τα κομμάτια του περίφημου clasico, του πιο αναγνωρίσιμου ντέρμπι στον κόσμο τον 21ο αιώνα. Η Μπαρτσελόνα, με τον κορυφαίο παίκτη στην ιστορία. Η Ρεάλ, με έναν τύπο που έμοιαζε, τις περισσότερες φορές που ο Λιονέλ Μέσι εξάρθρωνε άμυνες κατά φύση και παρά φύση, όπως λένε και τα δικανικά σε περιπτώσεις αθέμιτων σεξουαλικών συνευρέσεων, σαν σκύλος που κυνηγά την ουρά του, πήρε τρία διαδοχικά Κύπελλα Πρωταθλητριών. Από το 2016 έως και το 2018, κάτω από τη μύτη της ανώτερης ομάδας υπό τον ήλιο και του πιο ικανού ποδοσφαιριστή, πιθανώς στην ιστορία, με βάση τα ανδραγαθήματα και την αναλογία του δείκτη δυσκολίας.

Τρία διαδοχικά. Από το 1990 και μετά, ουδεμία είχε πάρει πάνω από… ένα συνεχόμενο. Το είχε κάνει η Μίλαν των Ολλανδών τότε. Χωρίς αγγλικές ομάδες. Εδώ δεν υπάρχει αστερίσκος. Μπορεί η Ρεάλ Μαδρίτης να μην έχει αντιμετωπίσει την Μπαρτσελόνα, αλλά η Μπαρτσελόνα συμμετέχει στο Champions League, σε αντίθεση με τις Έβερτον, Λίβερπουλ και Άρσεναλ, δηλαδή τις τρεις ομάδες που κατέκτησαν τα πρωταθλήματα από το 1985 έως το 1990 (η Έβερτον το 1985, η Λίβερπουλ το 1986, το 1988, το 1990, η Άρσεναλ το 1989). Η Ρεάλ έφτασε τα 13 Κύπελλα Πρωταθλητριών, ενώ από το 2007 η Μίλαν είχε κόψει τη διαφορά τους στα 2 και η Μπαρτσελόνα έμοιαζε εξόχως απειλητική. Αν ο χρόνος σταματούσε στο 2015 και το 3-1 επί της Γιουβέντους, η Μπαρτσελόνα μπορεί να απείχε ακόμα από τη Ρεάλ σε τρόπαια, ωστόσο ο γνώμονας σύγκρισης θα ήταν εντελώς διαφορετικός. Δηλαδή τα 6 Κύπελλα Πρωταθλητριών των «μπλαουγκράνα» από το 1992 (2006, 2009, 2011, 2015 τα υπόλοιπα) μπαίνουν με διαφορετικό τρόπο στο κάδρο σε σχέση με τα 10 που είχε κατακτήσει η Ρεάλ (1956-60, 1966, 1998, 2000, 2002, 2014). Ωστόσο, αυτή η τριετία, εκτός από την αλληγορία της με τη διαφορά ποιότητας, διευθέτησε το ζήτημα, όσο είναι δυνατόν να διευθετηθεί ένα ζήτημα που δεν μπορεί να λογίζεται τελεσίδικο.

Αυτός ο μάστορας

Δεν είναι αρχαία ιστορία, αλλά η υπενθύμιση σπανίως δεν καθίσταται ωφέλιμη: Όταν ο Ζινεντίν Ζιντάν ανέλαβε τη Ρεάλ Μαδρίτης οι Καστιγιάνοι προέρχονταν από την απόλυση του Ράφα Μπενίτεθ. Οι «μερένχες», ανέκαθεν κλαμπ-ριάλιτι, δεν έκαναν προσπάθεια να κρύψουν ότι οι παίκτες αναφανδόν τάσσονταν κατά του πρώην προπονητή των Βαλένθια και Λίβερπουλ, ενός τεχνικού που, εν πάση περιπτώσει, έχει μεγαλουργήσει στο ισπανικό και το διεθνές στερέωμα. Ο χειρισμός παίκτη που φοράει τη φανέλα της Ρεάλ είναι διαφορετικός από οποιονδήποτε άλλον. Ο Μπενίτεθ έχει το δικό του Θεό στο ποδόσφαιρο και την ικανότητα να συσπειρώνει ποδοσφαιριστές πεινασμένους. Κι ενώ οι παίκτες της Ρεάλ, αν τους παρακολουθήσει κάποιος μεμονωμένα, δεν ήταν ότι κοιμόντουσαν ανέκαθεν σε πουπουλένια ποδοσφαιρικά μαξιλάρια, με προμετωπίδα τον Κριστιάνο Ρονάλντο, τότε επίδοξο ρέκορντμαν με τα περισσότερα γκολ στην ιστορία του συλλόγου, κατέστησαν σαφές ότι δεν ήθελαν τον Μπενίτεθ. Τότε, ποιον;

Ο Ζινεντίν Ζιντάν ήταν, για την εποχή που ανέλαβε, μια χαρά. Καλύτερα από μια χαρά: ο ιδανικός κόουτς.

Καταρχάς, ήταν το ίνδαλμα πολλών παικτών της Ρεάλ Μαδρίτης, ως ποδοσφαιριστή. Η συνεργασία του με διάφορους προπονητές τού έδωσε στοιχεία που του φάνηκαν χρήσιμα σε όλη την τριετία: από τον Βιθέντε ντελ Μπόσκε πήρε όλα τα μικρά μυστικά που του έδειχναν τον τρόπο διαχείρισης των σπουδαίων ποδοσφαιριστών της Ρεάλ. Με τον Κάρλο Αντσελότι, όταν συνεργάστηκαν στον πάγκο της ομάδας της Μαδρίτης, μπόρεσε να αλιεύσει καταστάσεις στο κόουτσινγκ και να αποκτήσει την ικανότητα να παρατηρεί ένα παιχνίδι σε βάθος, ώστε να αντιλαμβάνεται τι χρειάζεται ανά πάσα στιγμή η ομάδα του. Συν ότι το 2006 είχε αποχωρήσει από το ποδόσφαιρο ως παίκτης της «βασίλισσας», παρέμεινε κάτοικος Μαδρίτης, αν και το Τορίνο (με το οποίο διατηρούσε προσωπικούς δεσμούς ως ποδοσφαιριστής της Γιουβέντους, ο αγαπημένος των Ανιέλι) και το Παρίσι έμοιαζαν καλύτεροι προορισμοί, έστειλε το γιο του, Έντσο (όνομα το οποίο είναι ένας φόρος τιμής στον Ουρουγουανό «πρίγκιπα», Έντσο Φραντσέσκολι), στις ακαδημίες της Ρεάλ, οπότε απόλαυσε την εκτίμηση όλου του κόσμου, όχι ως διάττων αστήρ ή εκλεπτυσμένο μέλος της Μαδρίτης, αλλά ως αληθινός μύστης ενός κλαμπ που βιώνει την κατάρα της διαρκούς μετάγγισης γαλάζιου αίματος. Η αντίληψή του και το προνόμιο της ίδιας της παρουσίας του ήταν αρκετά για να του εξασφαλίσουν το σεβασμό, μαζί με τα πλεονεκτήματα που έχει ένα μέλος μίας πολύ μικρής λέσχης. Η βαθιά γνώση του για το ποδόσφαιρο, που πάει ασφαλώς πολύ πέρα από τα λεγόμενα fundamentals, δεν θα μπορούσε να κάνει κάποιον να τον χαρακτηρίσει ως διπλωματική κίνηση ή «γλάστρα» για τη Ρεάλ Μαδρίτης.

Ο Ζιντάν αποδείχθηκε ότι ήξερε καλύτερα από όλους τι έπρεπε να γίνει. Ακόμα και αν το να δουλεύεις στη Ρεάλ Μαδρίτης είναι μία από τις καλύτερες δουλειές του κόσμου, ο Ζιντάν δεν πρέπει να είχε όρεξη να σπαταληθεί στον πάγκο. Αν έβγαζες από την εξίσωση την πίεση, τα ενδεχόμενα άσπρα μαντίλια που θα στριφογυρνούσαν στις κερκίδες του «Μπερναμπέου», τη δικτατορική επιθυμία για το αποτέλεσμα και τη νίκη, το γεγονός ότι η Ρεάλ παραμένει το πιο διασκεδαστικό ποδοσφαιρικό ριάλιτι, αυτό που θα έμενε θα ήταν το κατασπατάλημά του ως προπονητή και ακόμα ένα στίγμα στον ποδοσφαιρικό θρύλο του. Από τα τέλη του 2015 ως τα τέλη του 2018 αυτό που έγινε ήταν να προστεθούν τόνοι χρυσόσκονης στην αύρα που τον συνοδεύει. Όσο ανεξήγητο είναι το πώς τα κατάφερε, να κρατήσει μία ομάδα ενωμένη για μία τριετία, τόσο αναδεικνύει την ευελιξία του και την ατέρμονη γνώση του για το αντικείμενο.

Το σχέδιο

Ήταν ιδανικό για τον Ζιντάν να αναλάβει μεσούσης μίας σεζόν. Οι παίκτες, μπουχτισμένοι από τον προηγούμενο προπονητή, είδαν αυτήν την αλλαγή καλοδεχούμενη. Για το Γάλλο, πιθανότατα, αυτή η χρονιά ήταν η πιο εύκολη στον πάγκο της Ρεάλ. Ο Ζιντάν ήξερε τα δεδομένα: Οι ποδοσφαιριστές του θα έπαιζαν για να αποδείξουν ότι ήταν όντως ο προπονητής το πρόβλημα και ότι δεν ήταν απλώς παιδαρέλια που γκρίνιαζαν. Αρκούσε να τους βάλεις τον κατάλληλο άνθρωπο, όχι μόνο για να βρουν κίνητρο αλλά και, για να σηκώσουν το βάρος της δικής τους ευθύνης. Ο νέος προπονητής είχε όλα τα καλά: καταρχάς δεν ήταν προπονητής, οπότε δεν είχε την τριβή που πολλές φορές αποκτούν οι τεχνικοί στους πάγκους των ομάδων τους. Οι παίκτες σέβονταν τη διαδρομή του στο ποδόσφαιρο, ο θρύλος του προηγούνταν της ίδιας της παρουσίας του, την οποία ασφαλώς διέπει η γοητεία του αντρός. Ο Ζιντάν σπανίως ντυνόταν με φόρμες ή ένα μπουφάν της ομάδας στα επίσημα παιχνίδια: Ήθελε να δείξει ότι το να είσαι υπηρέτης του ποδοσφαίρου δεν σημαίνει ότι πρέπει απαραιτήτως να φοράς τη στολή εργασίας σου, μία μεταφορά με τα στρατιωτικά ρούχα θα ήταν η δέουσα, αλλά και ότι ο ίδιος δεν είναι ακριβώς αυτό που λέμε υπηρέτης. Τα υπέροχα κοστούμια υπενθύμιζαν τη θητεία του στο Μιλάνο. Επίσης, ένα άλλο δεδομένο, που βοήθησε στην προσαρμογή του, ήταν η αποδοχή από τον Κριστιάνο Ρονάλντο, ο οποίος, με την ιδιότητα του αληθινού επαγγελματία, που πρώτα από όλα είναι σκληρός με τον εαυτό του, είχε τον πρώτο λόγο στις τάξεις των παικτών. Κερδίζοντας από νωρίς τον καλύτερο παίκτη της ομάδας του, ο Ζιντάν δεν είχε πολλή δουλειά να κάνει. Έπρεπε να παρουσιάσει, απλώς, αλλιώς τρόπους παιχνιδιού που άλλοτε δυσαρεστούσαν τους ποδοσφαιριστές, λόγω του προσώπου που καθόταν στον πάγκο. Ο ίδιος, όμως, ήταν ιδιαιτέρως αγαπητός, ασφαλώς και στις τάξεις του κόσμου της ομάδας. Οπότε, η πρώτη χρονιά ήταν αναγνωριστική για εκείνον με την ιδιότητα του προπονητή. Όλα αυτά έφεραν και το πρώτο Champions League, με αντίπαλο την Ατλέτικο Μαδρίτης.

Το δεύτερο χρόνο, ο Ζιντάν μπόρεσε να αναγνωρίσει, ίσως και να θυμηθεί, ότι οι ποδοσφαιριστές δεν θα έπαιζαν πια για αυτόν. Εκείνη τη χρονιά, η Ρεάλ έβαλε δύο στόχους: μαζί με το Champions League ήθελε να κατακτήσει και το πρωτάθλημα. Η εργασία, λοιπόν, έγκειτο σε ένα πιο μακρόπνοο πλάνο. Ουδέποτε έδειξε την ανασφάλεια του προπονητή που, σε περίπτωση που στράβωναν τα πράγματα, θα «έκαιγε» τον αρχηγό του και θα έπαιρνε τους παίκτες μαζί του στον γκρεμό. Επειδή είχε την ακριβή γνώση για το πώς ένας ποδοσφαιριστής επιστρέφει από μία διεθνή διοργάνωση την οποία κερδίσει η εθνική ομάδα του, όπως ο Κριστιάνο με την Πορτογαλία το Euro 2016, το σχέδιο που εκπονήθηκε ήταν να τον έχει έτοιμο περί τα τέλη του χειμώνα. Ακόμα και εκείνο το μίνι επεισόδιο, όταν τον έκανε αλλαγή σε ένα παιχνίδι με τη Βαλένθια, απορροφήθηκε από τον οργανισμό χωρίς κραδασμούς, ίσως γιατί ο Ζιντάν ήξερε πώς ακριβώς να διαχειριστεί την τσαντίλα του. Από τα τέλη Φλεβάρη και έπειτα, με τη Ρεάλ να είναι πρώτη στο ισπανικό πρωτάθλημα, την Μπαρτσελόνα να έχει αποτύχει οικτρά στο μεταγραφικό σχεδιασμό της, ο Ρονάλντο ήταν πανέτοιμος. Ο Ζιντάν κέρδισε χρόνο, αφού δεν χρειάστηκε η αρωγή του στα δύο ματς με τη Νάπολι στη φάση των «16» και ο Πορτογάλος έβαλε 5 γκολ στην Μπάγερν Μονάχου, στους «8», έκανε χατ τρικ στον πρώτο ημιτελικό με την Ατλέτικο, το 3-0 που οι «ροχιμπλάνκος» δεν μπορούσαν να ανατρέψουν στη ρεβάνς, ενώ άνοιξε το σκορ και στον τελικό με τη Γιουβέντους, που τελείωσε με το εντυπωσιακό 4-1 επί των «μερένχες» και την κλασική βόλτα στην πλατεία της Κυβέλης, στην οποία γιορτάστηκε και η κατάκτηση του πρωταθλήματος.

Η τέχνη ενός χωρισμού

Η τελευταία χρονιά ήταν ίσως η πιο δύσκολη για τον Ζινεντίν Ζιντάν. Ο ίδιος ο εγωισμός του, βεβαίως, δεν του επέτρεπε να σκέφτεται το ενδεχόμενο μίας απόλυσης. Ήταν απορίας άξιον, τελικώς, αντικρίζοντας υπό το τωρινό πρίσμα την κατάσταση, πώς έμεινε στον πάγκο. Βεβαίως, αντιλαμβανόταν καλύτερα από όλους πως όταν έφτανε η στιγμή οι παίκτες θα έπαιζαν για τη δική τους υστεροφημία και αυτό θα βοηθούσε στο μεγάλωμα του μύθου του κλαμπ. Μπορεί να μην το είπε, αλλά ήξερε ότι το χαρτί για το πρωτάθλημα ήταν καμένο, όπως και ότι η Μπαρτσελόνα, με νέο προπονητή, τον Ερνέστο Βαλβέρδε, θα έκανε τα πάντα για να επαναφέρει ό,τι για την ίδια ήταν η καθεστηκύια τάξη στη Liga. Ο Ζιντάν επίσης αναγνώριζε πως με τον έναν ή τον άλλον τρόπο η Ρεάλ θα προκρινόταν από τους ομίλους του Champions League και, ακόμα και αν πήγαινε στην επόμενη φάση ως αουτσάιντερ ήλπιζε ότι θα μιλούσε η πείρα των ποδοσφαιριστών, οι οποίοι, αυτό κι αν είναι εντυπωσιακό για τα μέτρα και τα σταθμά του κλαμπ, αποτελούσαν έναν κορμό χρόνων. Ήταν όλοι τους «παλιοί»: από τον Σέρχιο Ράμος ως τον Μαρτσέλο, από τον Ρονάλντο ως τον Μόντριτς, από τον Μπενζεμά ως τον Κρόος, φορούσαν την ίδια φανέλα για χρόνια πολλά. Αποφεύγοντας την παγίδα του μπουχτίσματος, έστησε τη δική του φάκα. Όταν έγινε η κλήρωση για τη φάση των «16» με την Παρί Σεν Ζερμέν, οι Παριζιάνοι είχαν χαρακτηριστεί φαβορί. Η Ρεάλ έμοιαζε κορεσμένη. Τελικά, όλο αυτό το δίμηνο ό,τι συνέβη ήταν αυτή η κατάσταση να αναζωογονήσει τα κύτταρα των ποδοσφαιριστών. Η Παρί του Νέιμαρ, παρά το ατέλειωτο ταλέντο, πιάστηκε κορόιδο με συνοπτικές διαδικασίες και η Ρεάλ πήγε στη Γιουβέντους. Κάνοντας «παρέλαση» στο Τορίνο, 0-3, έμοιαζε να έχει εξασφαλίσει την πρόκριση στα ημιτελικά απέναντι σε μία ομάδα που πάντα την απέκλειε σε διπλά παιχνίδια ως τότε. Αυτό ήταν το μόνο λάθος της προπονητικής θητείας του Ζιντάν και αυτό είναι το μόνο ματς που, με εκείνον τον πάγκο, η Ρεάλ πήγε εντελώς απροετοίμαστη: με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της, οι «μερένχες» ήταν πάντα πνευματικά έτοιμοι σε όλα τα σπουδαία ματς του Champions League, πλην εκείνου. Αν σώθηκε από μία ανέλπιστη παράταση και έναν πιθανό εφιάλτη, ο οποίος θα δημιουργούνταν εκ του μη όντος, ήταν επειδή η Γιουβέντους άφησε τη μοίρα της στα πόδια ενός καλού, πλην όμως όχι Ιταλού (και αυτή η φράση λέει άπασα την αλήθεια) αμυντικού: Ο Μεχντί Μπενατιά ανέτρεψε τον Λούκας Βάθκεθ και με το πέναλτι του Ρονάλντο σφραγίστηκε μία απίθανη πρόκριση. Όταν έκανε καλά, με κάθε διαθέσιμο μέσο, την Μπάγερν Μονάχου, με το 1-2 στο Μόναχο και την ισοπαλία 2-2 στο «Μπερναμπέου», σε ένα από τα κορυφαία ματς του 2018, βρέθηκε στον τελικό. Κι εκεί η Λίβερπουλ ήταν επίσης πολύ άπειρη. Φαινόταν, εξαρχής, ακόμα και τότε που οι «κόκκινοι» κυριαρχούσαν στον αγωνιστικό χώρο, ότι η Ρεάλ ξέρει τα κατατόπια. Κι ότι, προϊόντος του χρόνου, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα ήταν εκείνη που θα κατακτούσε το τρίτο διαδοχικό Champions League. Έγινε, με τον τραυματισμό του Σαλάχ, την αυτοχειρία του Κάριους και το απίστευτο ψαλίδι του Γκάρεθ Μπέιλ, 3-1.

Ο Ζιντάν, βεβαίως, είχε ήδη πάρει την απόφασή του να φύγει. Οι τάσεις φυγής του Ρονάλντο δεν ήταν μυστικό, άλλωστε πολλά χρόνια συνδεόταν με την επιστροφή του στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Απλώς ο Γάλλος ξέρει να ξεχωρίζει το ένα «φεύγω» από το άλλο. Στην πρώτη περίπτωση, η ομάδα έχει το πρόσφορο έδαφος να κρατήσει τον παίκτη της. Στη δεύτερη, το τέλος είναι οριστικό. Με τον Ρονάλντο ήδη φευγάτο και τη Ρεάλ, πια, με άδειο το ρεζερβουάρ από το νέο θρίαμβο, ο Ζιντάν έβλεπε ότι ο εκτιμώμενος χρόνος ανάρρωσης από τον αληθινό χρόνο ανάρρωσης είχαν απόκλιση. Αν οι παίκτες δεν είχαν πρόβλημα να συνεχίσει, ένιωθε ότι θα αποκτούσαν. Και ασφαλώς καταλάβαινε ότι η δική του θητεία μόνο καλό έκανε στον ίδιο, παρέχοντάς του επιπλέον σεβασμό από όλους στο κλαμπ και αφήνοντάς του για πάντα μία πόρτα ανοιχτή. Ο Ζιντάν έφυγε, όχι για να πάει αλλού αλλά, για να παραμείνει άτρωτος σε συνειδήσεις και μνήμες. Ούτε που θυμάται κάποιος τον τελευταίο προπονητή της Ρεάλ που έφυγε αυτοβούλως. Ίσως επειδή ο Ζιντάν δεν ήταν ποτέ αληθινός προπονητής, ποτέ μία διαβασμένη ιδιοφυία των πάγκων ή ένας οξύνους κόουτς, αλλά κάτι ακόμα καλύτερο, με βάση την ομάδα που ανέλαβε: Ένας εξαιρετικός διαχειριστής με αίσθηση-δεύτερη φύση για το ποδόσφαιρο. Θα μπορούσε, μετά από αυτήν τη σεζόν, να επιστρέψει στη Ρεάλ ως τεχνικός διευθυντής, σύμβουλος ή σε κάποιο παρεμφερές πόστο. Φεύγοντας, άφησε στα αποδυτήρια του «Μπερναμπέου» την καθολική αγάπη προς το πρόσωπό του και μας έδειξε ότι ελάχιστοι στην ιστορία του συλλόγου τον ήξεραν τόσο καλά (κυρίως τα χούγια του) όσο ο ίδιος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ