Ο Μάριον Γουίλσον δεν έπεσε ποτέ κάτω

105

Για έναν κόσμο που τα ιδανικά της ειρήνης και της ισότητας έχουν πολλούς κήρυκες, αλλά ελάχιστους ιεροκήρυκες, η ελίτ είναι αυτό που ο άνθρωπος ψάχνει στα θεάματά του. Το σπουδαίο. Ειδικά στον πρωταθλητισμό, το σπουδαίο αφήνει κατακερματισμένο το λιγότερο καλό, ακόμα και αν εκείνο είναι πολύ καλό. Δε θα έβλεπες μία κούρσα των 100μ. για το δεύτερο, ούτε θα τον μνημόνευες, εκτός κι αν η ήττα του ήταν αποτέλεσμα πράξεων για τις οποίες θα είχε την απόλυτη ευθύνη. Με λίγα λόγια, αν κάποιος δεν είναι ο καλύτερος σε μία κατάσταση στα τερέν όλου του κόσμου που γίνεται να καλυφθούν από φακό δεν σε ενδιαφέρει, εκτός αν πρόκειται για προσωπική υποστήριξη, η οποία, όμως, στις περισσότερες περιπτώσεις συμβαίνει για έναν οργανισμό, μία ομάδα, η οποία είναι υπεράνω προσώπων διότι η σχετικότητα της ιδέας της είναι διαχρονική, σε αντίθεση με τα πρόσωπα, που έχουν ημερομηνία λήξης.

Έτσι, αθλητές όπως ο Μάριον Γουίλσον δε θα έπρεπε να έχουν θέση όχι μόνο σε αυτό το κείμενο αλλά και στη μνήμη. Και πράγματι, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του άσημου πυγμάχου, δεν έχουν. Απλώς συμβαίνει μια στο τόσο και προκύπτει κάτι τόσο απίθανο, που ενδεχομένως να σε κάνει να αντιλαμβάνεσαι ότι η νίκη ως μονομανία δε θα γινόταν να κουβαλάει την αστερόσκονη που εσένα, ως θεατή, σε έκανε να ασχολείσαι με τα σπορ. Θα ήταν, κιόλας, παράταιρο να συνέβαινε. Η νίκη δεν μπορεί να δημιουργήσει ούτε να προκύψει από το ρομάντζο, ακόμα και αν η ιστορία που την συνοδεύει είναι έμπλεη ευαισθησίας. Στην πραγματικότητα, η συγκίνηση που νιώθεις σε μία τέτοια περίπτωση είναι πως επειδή η ιστορία είναι έμπλεη ευαισθησίας το αποτέλεσμα αξίζει λίγο περισσότερο.

Ο Μάριον Γουίλσον δεν ήταν καν ένας αξιοπρεπής επαγγελματίας πυγμάχος. Να μία ευκαιριακή προσέγγιση για όλο το σκηνικό. Ένας μποξέρ βαρέων βαρών που έχανε πολύ περισσότερο απ’ ό,τι νικούσε. Σε 57 επαγγελματικούς αγώνες έχασε περισσότερες φορές από ό,τι νίκησε. Στην πραγματικότητα, πολλές περισσότερες. Πάνω από τις τριπλάσιες. Ο Γουίλσον νίκησε μόνο 12 φορές και έχασε 41. Τέσσερις φορές το αποτέλεσμα ήταν η ισοπαλία. Αν ήταν 42 οι ήττες του, θα ήταν 3,5 φορές περισσότερες από τις νίκες. Για τέτοιο στατιστικό μιλάμε. Όταν έμπαινε στο ρινγκ, ήταν πολύ πιθανότερο να χάσει από το να νικήσει. Στην πραγματικότητα, είχε πάνω από 75% πιθανότητες το αποτέλεσμα να είναι η ήττα. Όμως, ο Μάριον Γουίλσον, ο οποίος αν και δεν είναι το πρώτο όνομα έχει τη δική του ιστοσελίδα στη Wikipedia, μνημονεύεται σε αυτό το κείμενο. Γράφτηκε με αφορμή αυτόν και με αιτία εκείνη την ουσία που μπορεί να σου δώσει η προσπάθεια ανεξαρτήτως αποτελέσματος.

Ξέρετε τι άλλο δεν έκανε ο Μάριον Γουίλσον κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής καριέρας του; Δεν έπεφτε. Έχει χάσει από τον Όλιβερ ΜακΚόλ, από τον Άντριου Γκολότα, από τον Ίκε Ακεαμπούτσι, από τον Σάνον Μπριγκς, από τον Χασίμ Ράκμαν (που κάποτε σόκαρε τον κόσμο με την απίστευτη γροθιά που έστειλε για ύπνο τον Λένοξ Λιούις), από τον Ρέι Μέρσερ, ο οποίος έχει παραγάγει ένα από τα πιο εντυπωσιακά νοκ άουτ στην ιστορία απέναντι στο μακαρίτη Τόμι Μόρισον. Δεν αγωνίστηκε απέναντι στους πιο μεγάλους της εποχής του, τον Λένοξ Λιούις, τον Εβάντερ Χόλιφιλντι και τον Μάικ Τάισον, αλλά οι αντίπαλοί του ήταν αρκετά δυνατοί ώστε να δικαιολογείται το νοκ άουτ. Αλλά ο Μάριον Γουίλσον δεν έπεσε κάτω. Ποτέ. Δεν έπεσε κάτω. Όχι μόνο σε ό,τι αφορά τα νοκ άουτ, δηλαδή να πέσει και να σταματήσει ο αγώνας, αλλά και σε νοκ ντάουν. Όποτε ο Μάριον Γουίλσον έμπαινε στο ρινγκ και έχανε, ο αγώνας διήνυε όλη την απόσταση. Δεν είχε κάποιο εντυπωσιακό χάρισμα όσον αφορά στα χέρια του, ούτε μπορούσε να πληγώσει ανεπανόρθωτα έναν αντίπαλο υψηλής ποιότητας (αλλά και χαμηλότερης), όμως δε γινόταν να χάσει μπαμ και κάτω. Το σαγόνι του ήταν πολύ ισχυρό.

Τόσο ισχυρό, για την ακρίβεια, που ψηφίστηκε ο όγδοος βαρέων βαρών πυγμάχος σε αυτήν την κατηγορία όλων των εποχών. Τόσο ανθεκτικό, που από πάνω του είναι μόνο τα πραγματικά σπουδαία ονόματα της πυγμαχίας, όπως ο Εβάντερ Χόλιφιλντ και ο Μοχάμεντ Αλί.

Να μην πέφτεις κάτω, τι χάρισμα. Ο Γουίλσον επέμενε να μπαίνει, να προσπαθεί να γρονθοκοπεί τον αντίπαλό του και να χάνει. Να χάνει, όμως, όχι με τον εντυπωσιακό τρόπο, που οι περισσότεροι θαυμαστές της πυγμαχίας εκτιμούν απεριορίστως. Να χάνει επειδή ο χρόνος τελείωσε. Ακόμα και αν συνεχιζόταν, όμως, αποκλειόταν να νικήσει ο ίδιος.

Αξίζει αυτό για να δικαιολογήσει μία καριέρα η οποία ήταν γεμάτη από τέτοιες στιγμές; Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως ναι, ότι πολύ περισσότερο πλησιάζει η δική του περίπτωση στην αληθινή ζωή, παρά εκείνες των υπερανθρώπων που δίνουν ένα σόου και αμείβονται ακριβά επειδή το κοινό δεν μπορεί να τους αποχωριστεί. Για περιπτώσεις όπως εκείνες του Γουίλσον το κοινό δεν δίνει δεκάρα. Αν, όμως, τεθεί το δίλημμα, η απάντηση είναι σίγουρα ναι. Ελάχιστοι αθλητές έστω πλησιάζουν τις δικές του προδιαγραφές. Σχεδόν όλοι τους έχουν πέσει κάτι έστω και στα γόνατα, για μία μικροσκοπική φορά. Αυτός όχι. Πέτυχε μία καριέρα γεμάτη ήττες, που όλες, όμως, καλύπτονται από την άρνησή του να υπακούσει στους φυσικούς κανόνες και το τι συμβαίνει στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων που ο ένας αντίπαλος δέρνει ανηλεώς τον άλλο. Για αυτό, ο Μάριον Γουίλσον και κάθε άλλος που απλώς δεν έχει την ικανότητα να νικήσει, αλλά δεν τα παρατάει μέχρι να είναι απολύτως αναγκαίο, έχει ως αθλητική οντότητα, πάνω στο ρινγκ, παρόμοια σημασία και αξία με εκείνη που διέπει έναν παγκόσμιο πρωταθλητή, όποιος κι αν είναι αυτός. Σε αντίθεση με τη δική του νίκη, ο Μάριον Γουίλσον επικράτησε σε ένα κομμάτι που το αποτέλεσμα είναι δύσκολο να σε αφήσει να δεις: ενός ηττημένου που κατόρθωνε να υπερκερνά τις συναπτές αποτυχίες και να βρίσκεται στη μία πλευρά του ρινγκ, έτοιμος για την ήττα, την οποία, όμως, δεν επρόκειτο να παραχωρήσει. Σαράντα ένας αγώνες που τον βρήκαν χαμένο, τον άφησαν όρθιο. Με το γρανιτένιο σαγόνι του να απειλείται, αλλά να μη λυγίζει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ