Ο θάνατος του σπασμένου καλουπιού

125

Ευθύς εξαρχής, η δήλωση είχε στερεωθεί στα χείλη, από εκείνο το δεύτερο δωδεκάλεπτο του πέμπτου τελικού του ΝΒΑ το 2014. Εκείνοι οι Σαν Αντόνιο Σπερς είναι η κορυφαία ομάδα που εγώ έχω δει να παίζει μπάσκετ.

Τώρα, ειδικά οι έφηβοι και οι νεότεροι, εκείνοι στο λυκαυγές της τρίτης δεκαετίας της ζωής τους, έχουν κάθε δικαίωμα να αμφιβάλλουν. Οι Γκόλντεν Στέιτ Γουόριορς ανά διαστήματα μοιάζουν ακόμα καλύτεροι. Σε αυτήν την περίπτωση, η δική μου επιχειρηματολογία θα έπασχε, όντως, από το σημαντικότερο κομμάτι της: Ότι, όντως, ήταν καλύτεροι. Και ότι σε μία υποθετική πρόσκρουση, ένα 4-2 σε σειρά θα ήταν τιμητικό για εκείνους τους Σπερς. Ακόμα και αν εκείνοι οι Χιτ είναι πολύ πιθανόν να επικρατούσαν των Καβαλίερς, τουλάχιστον τις περισσότερες φορές.

Ωστόσο, ο κορυφαίος για κάποιον είναι μάλλον ο μόνος κορυφαίος. Ο άνθρωπος κρίνει και αν ρωτήσετε τον Τζούλιους Έρβινγκ θα σας απαντήσει ότι ο κορυφαίος για εκείνον είναι ο Γουίλτ Τσάμπερλεϊν. Αυτό δεν αλλάζει και δεν είναι δυστυχές. Μπορείς να μετασχηματίσεις οτιδήποτε, όταν πια έχεις οσμιστεί ότι ο κόσμος είναι γεμάτος με προοπτικές, μπορείς να διαλέξεις και μετά να μη σου αρέσει κάτι, αλλά αυτή η ευμένεια και η δυσμένεια έρχεται με την ηλικία. Η σφοδρότητα της εφηβείας, κυρίως για εκείνους που βρήκαν κάτι που τους άρεσε και το ξέσκισαν, δεν αφήνει περιθώριο. Ο Μάικλ Τζόρνταν, ο Ζινεντίν Ζιντάν, ο Λανς Άρμστρονγκ, ο Τάμας Κάσας, ο Νίκολα Γκρμπιτς, ο Τόνι Κούκοτς, η Μέρλιν Ότι δεν έχει σημασία αν τελικά ήταν οι καλύτεροι. Δεν θα μπορούσα να δω (αλλά δεν θα ορκιζόμουν κιόλας) να ανακαλύπτεται ένα κατασκεύασμα, το οποίο καθ’ ολοκληρίαν και υπεράνω αμφιβολίας θα μπορούσε να αποταθεί για το απόλυτο. Νιώθω ότι ο Τιμ Ντάνκαν είναι καλύτερος από τον Κόμπε Μπράιαντ, ότι ο Τόνι Κούκοτς είναι καλύτερος από τον Ντιρκ Νοβίτσκι, ότι ο Ρόι Τζόουνς τζούνιορ θα έβγαζε νοκ άουτ στον τρίτο γύρο τον Φλόιντ Μέιγουεδερ τζούνιορ και, ειλικρινώς, ουδείς μπορεί να κάνει κάτι για αυτό. Μετά τον «Φόρεστ Γκαμπ» δεν θέλω να βλέπω καθυστερημένους τύπους σε ταινίες (που λέει ο λόγος) και το «Nothing else matters» είναι η κορυφαία μπαλάντα όλων των εποχών.

Ήταν η μουσικότητα. Η έξτρα πάσα στροβιλιζόταν από το ιδεατό στο πρακτικό, από αίτιο γινόταν αιτιατό. Η έξτρα πάσα υπήρχε επειδή υπήρχαν σπουδαίοι πασέρ, που μπορούσαν να δώσουν την μπάλα από και σε ασύλληπτες γωνίες. Ασφαλώς, γεωμετρία. Δεν ξέρω αν ο Μάνου Τζινόμπιλι και ο Μπορίς Ντιό ήταν καλοί με τα σχήματα στο σχολείο, ωστόσο στο παρκέ η σαγήνη του μπάσκετ τους (και η διαφορά με τους μεταγενέστερους Γουόριορς) ήταν ότι η φιλοσοφία του προέκυπτε από τα μαθηματικά και για αυτή ήταν ειδική και πρακτική. Των Γουόριορς, που κινείται σε φαντασιακό πεδίο, που μεταλλάσσει την έννοια της απόστασης, που δείχνει νέους δρόμους στο σπορ, είναι ένας παιδότοπος που δαιμονικά πιτσιρίκια τρέχουν γύρω από μία ζαλισμένη νηπιαγωγό, μαθηματικά έτοιμη να καταρρεύσει. Στη μία περίπτωση, τα μαθηματικά είναι η δράση. Στην άλλη, η αντίδραση.

Αυτός ο λυρισμός του μπάσκετ τους, στη μορφή του Ντιό, βρίσκει ακριβώς την απάντηση. Μάλιστα, έτι περισσότερο, υποβάλλει την ερώτηση, καμώνεται ότι δεν την έχει υποβάλει, για να βρει την απάντηση. Είναι τα κιλά του. Θα έλεγε κάποιος ότι είναι απαγορευμένο κάποιος, που δεν είναι σέντερ, να έχει τόσα περιττά κιλά και να παίζει σε ομάδα που κάνει πρωταθλητισμό. Αλλά οι ταμπέλες είναι ημίμετρα εξαρχής. Και το μπάσκετ είναι παιχνίδι. Η βάση του αφορά στο παιχνίδι, δηλαδή στην εξωτερίκευση ενέργειας που έχει ως στόχο την ψυχαγωγία. Το μπάσκετ, αν και το διέπουν οι κανόνες του αθλητισμού, οι οποίοι ασφαλώς και δεν έχουν παραστρατήσει εξ ολοκλήρου από εκείνους της ομηρικής μάχης, τόσο στο σχεδιασμό όσο και στην επαφή, δεν αναδεικνύει τη δύναμη ενός στρατού ή ενός κατακτητή, τουλάχιστον κατά μόνας, παρά την τάση που τα παιχνίδια έχουν για να επιβραβεύουν, στην ούγια, αυτούς που αντιλαμβάνονται την ουσία τους και που, κυρίως, έχουν απαντήσει στην κρίσιμη ερώτηση: Γιατί;

Μόνο φέτος το «καλοκαίρι», τρεις περιπτώσεις αθλητών σταμάτησαν το μπάσκετ. Χρησιμεύει το λάθος, διότι η περίπτωση δεν σταματά, όμως όταν ο Χουάν Κάρλος Ναβάρο, ο Μάνου Τζινόμπιλι και ο Μπορίς Ντιό αποφάσισαν να αποχωρήσουν από την ενεργό δράση, δημιούργησαν μία στατιστική σπανιότητα. Η οποία υπαγορεύει τη μοναδικότητά τους. Σαν να διαλύθηκε μία συμμορία από μοναδικά μέλη, όχι στην ίδια την οντότητά τους (εξάλλου ο ρομαντισμός υποστηρίζει ότι κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός), αλλά από το ψυχανέμισμα. Ο Ντιό παραπέμπει σε παλαιότερη εποχή, που το μπάσκετ παιζόταν περισσότερο με το ένστικτο, που ο χώρος καλούνταν να καλυφθεί με την πάσα, που τα λυγισμένα γόνατα στο τζαμπ σουτ φαίνονταν. Και αποδείχθηκε εξαιρετικά ικανός για να διαβεί το διάνυσμα που τον χωρίζει από τη νυν επαγγελματική εποχή, με την εξέλιξη του σπορ να είναι αδιανόητη, αλλά να ακροβατεί στο σκοινί που την χωρίζει από το τερατικό. Ο Ντιό ήταν ένας μάστορας, που έμοιαζε να παίζει με τους ίδιους σφυγμούς κάθε στιγμή, ειδικά από τη στιγμή που πήρε τα κιλά και βρήκε τον τρόπο για να καλύψει το χάντικαπ. Από εκείνον τον φόργουορντ που το 2003 τρόμαζε, μαζί με την υπόλοιπη παρέα των προαστίων, τους αντίπαλους στο Ευρωμπάσκετ της Σουηδίας, προκαλώντας, με τη φυσική δύναμη και τα ζηλευτά προσόντα, ένα μνημειώδη ημιτελικό με την υπέροχη Λιθουανία, δεν είχε μείνει παρά μόνο η πρόοδός του και η κατανόηση, να φτάσει το όραμα του Γκρεγκ Πόποβιτς σε ένα άλλο επίπεδο. Ήταν απόλαυση να βλέπεις το δεύτερο βήμα στο μπάσιμό του, μία τετριμμένη κατάσταση που, όμως, οδηγούσε σε έναν ελαφρώς μακρύτερο διασκελισμό και συνιστούσε, ταυτοχρόνως, προσποίηση. Ήταν θολές σαν όνειρο οι πάσες στην πλάτη του αμυντικού. Ο τρόπος που περίμενε για να διαπιστώσει αν θα πάσαρε ή θα περνούσε κάτω από τη ρακέτα, για να κάνει το μπάσιμο. Ο Ντιό χρησιμοποίησε την έξτρα πάσα και κυρίως την αύρα της, όχι απλώς για να κάνει καριέρα, αλλά για να δώσει ώθηση στην πλευρά του μπάσκετ που δεν υπαγορεύεται από τη μηχανική κίνηση. Κι αν έχει συνδεθεί, για λόγους που είναι ευχάριστοι για τις αναμνήσεις μας, με το ελληνικό μπάσκετ, κυρίως με τον ημιτελικό του Ευρωμπάσκετ του 2005 στο Βελιγράδι, ήταν ένας μοναδικός αρτίστας στα παρκέ, ένας παίκτης που φεύγει έχοντας κατακτήσει ένα δαχτυλίδι του ΝΒΑ και ένα Ευρωμπάσκετ και που η διάρκεια της καριέρας του δεν μπορεί να συγκριθεί με τις στροφές που έπαιρνε το μυαλό του, όταν βρισκόταν στο παρκέ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ