Η έννοια του καμικάζι

170

Υπάρχει ένα θέμα με τους αποχαιρετισμούς: πιάνεις τον εαυτό σου να βιάζεται. Στην περίπτωση του Λιονέλ Μέσι, ας πούμε, ο οποίος βρίσκεται ακόμα, μετά το ωραίο εναέριο πλασέ του Μάρκο Ρόχο στο ματς με τη Νιγηρία, στη Ρωσία για το Παγκόσμιο Κύπελλο. Από την Αγία Πετρούπολη στο Καζάν, στην πιο μεγάλη σε έκταση χώρα του κόσμου.

Για όσα έχει κάνει -και πάλι, έκλεισε τα 31 μόλις την προηγούμενη Κυριακή. Έχει ακόμα τουλάχιστον 2 χρόνια ποδόσφαιρο σε επίπεδο Μέσι και τουλάχιστον τρία σε επίπεδο ενός εξαιρετικού ποδοσφαιριστή, ενός από τους πέντε καλύτερους του κόσμου την κάθε στιγμή. Το ότι μπορεί να μην είναι ο καλύτερος του κόσμου, επειδή μπορεί να έχει χάσει σε ταχυδύναμη ή οτιδήποτε άλλο, δεν σημαίνει απαραιτήτως πως θα τον καταστήσει ανίκανο να παίζει στο υψηλότερο επίπεδο. Ήδη έχει θέσει τις βάσεις, στην εξοικονόμηση κινήσεων, στις στημένες φάσεις, στην επιλογή του πότε θα μπει με το 80 ή το 90% του εαυτού του σε μία κατάσταση απέναντι σε δυνατούς αμυντικούς. Ο Μέσι, με τη σφραγίδα να έχει μπει από το πρώτο ματς της φάσης των «16» του Champions League με την Τσέλσι τη δεύτερη μέρα της Σαρακοστής του 2006, είναι πάντα, σε αυτόν τον στρογγυλό πλανήτη, ένας από τους τρεις καλύτερους σε αυτό που κάνει. Και, όπως συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις, τον Ρότζερ Φέντερερ, επί παραδείγματι, νικητή του περυσινού Γουίμπλεντον και των δύο τελευταίων Αυστραλιανών Όπεν, ο οποίος πάει στο Γουίμπλεντον που αρχίζει τη Δευτέρα, 2 Ιουλίου, με στόχο να υπερασπιστεί τον τίτλο του, γιατί όχι και τον Ράφα Ναδάλ, με τον εξοντωτικό αριθμό των 11 Ρολάν Γκαρός, τον Μάικλ Τζόρνταν, που από τις πτήσεις κατέληξε να έχει το ιδεατό τζαμπ σουτ του πλανήτη και, με την ανάπτυξη της αντίληψης, να παραμένει φονικό όπλο και πρωταθλητής στα 36 του, τον Μοχάμεντ Αλί, που επίσης νίκησε αργά στην καριέρα του, καλύπτοντας με οξύνοια την έλλειψη ταχύτητας που καθόριζε τους αγώνες του στα προ prime χρόνια του (στα οποία δεν τον είδε ο κόσμος, λόγω της λιποταξίας από τον πόλεμο του Βιετνάμ, μίας γενναίας, στην ούγια, απόφασης), ο Μέσι μπορεί να καλύψει ότι πραγματικά τον έχει κάνει ποδοσφαιρικό ηγεμόνα την τελευταία 12ετία με άλλες ικανότητες, οι οποίες θα τον κρατήσουν σε ένα πικ, τουλάχιστον στη σύγκριση.

Κι όμως, η επιμονή αφορά στο ότι το παιχνίδι για τη φάση των «16» του Παγκόσμιου Κυπέλλο απέναντι στη Γαλλία μπορεί να είναι το τελευταίο ματς του με τη φανέλα της εθνικής Αργεντινής στο ποδόσφαιρο. Ναι, ξέρω. Δεν μεγάλωσε πεινασμένος στις αλάνες της Σάντα Φε ή της Μαρ ντε Πλάτα, δεν πήρε το δρόμο για το «Μονουμεντάλ» ή το «Μπομπονέρα» στα εφηβικά χρόνια του, δεν ταξίδευε εκατοντάδες χιλιόμετρα με το λεωφορείο της γραμμής για προπονήσεις και δεν μοιράστηκε μία τεράστια μπριζόλα με τα πέντε ή επτά αδέλφια του. Δεν έπαιξε μπάλα για να ξεχάσει την πείνα του.Σαν να έχει την… ντιστεφανιαία νόσο, μόνο που ο Αλφρέντο ντι Στέφανο, ένας ποδοσφαιριστής ο οποίος έφτασε μεγάλος στη Μαδρίτη, ήταν στην Αργεντινή και αδικήθηκε, ειδικά με την απουσία στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1950 και του 1954. Ήταν μία θρυλική ομάδα, κυρίως επειδή ήταν άγνωστη, ασφαλώς αδικημένη από την πραγματικότητα. Ο Μέσι μεγάλωσε εξ απαλών ονύχων, που λέει ο λόγος, στη Βαρκελώνη, παιδί της Μασία, παίκτης της Μπαρτσελόνα, της ομάδας που είναι το όνειρο κάθε Λατινοαμερικανού. Ούτε Αργεντινός, ούτε Ισπανός, ούτε Καταλανός. Μπαρτσελονέζος, αν μπορούσαμε να μιλήσουμε για εθνικότητα. Αργεντινός μεγαλοαστός, ίσως. Όχι το τυπικό παιδί του λαού. Λένε ότι δεν υπέφερε. Δεν λιμοκτονούσε.

Αυτό, ωστόσο, ενθαρρύνεται από τους τρεις χαμένους τελικούς του Κόπα Αμέρικα, το 2007, το 2015 και το 2016, τον χαμένο προημιτελικό με την Ουρουγουάη μέσα στην Αργεντινή το 2015, τους χαμένους προημιτελικούς και τελικό με τη Γερμανία, το 2006, το 2010 και το 2014 αντιστοίχως. Ενθαρρύνεται, επίσης, από την προσωρινή αποχώρησή του το 2016. Ειδικά από τη στιγμή που η κρίση του κόσμου, των συμπατριωτών του, αφορά στο ότι δεν είναι και τόσο Αργεντινός. Ο όχι και τόσο Αργεντινός, πάντως, έχει δώσει το «παρών» στην εθνική ομάδα περισσότερο από κάθε άλλο συμπατριώτη του. Αυτό είναι, στα 31 του, ας μη λησμονείται, το τέταρτο Παγκόσμιο Κύπελλο στο οποίο συμμετέχει. Με το γκολ του με τη Νιγηρία έχει σκοράρει σε τρία Παγκόσμια Κύπελλα. Ο πρόγονός του, ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, έχει επίσης τέσσερα Παγκόσμια Κύπελλα, το τελευταίο εκ των οποίων «φιτίλιασε» με τη χρήση ναρκωτικών (αν αποδεχθούμε ότι δεν υπήρχε μία τεράστια συνωμοσία της FIFA εις βάρος του, και έτσι που αγαπάμε οι από 35 έως 50 τον Μαραντόνα, είναι δύσκολο να το αποδεχθούμε) και αποσυνέδεσε μία ομάδα που είχε εκπληκτικό ταλέντο και κάθε προοπτική να φτάσει στην κατάκτηση της διοργάνωσης.

Σε όλη τη διαδικασία πνευματικής προετοιμασίας για το Παγκόσμιο Κύπελλο, έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται ότι, αν για μία ιστορία ξεχωρίζει, αυτή είναι ότι θα είναι το τελευταίο του Λιονέλ Μέσι με τη φανέλα της εθνικής Αργεντινής. Είναι λίγο η ιστορία Ζιντάν το 2006. Κλάσικ, όσο δεν πάει. Στο επόμενο, στο Κατάρ το 2022, θα είναι 35 και υποψιάζομαι ότι ο θαυμασμός προς το πρόσωπό του θα είναι μεγαλύτερος, αφού η παρουσία του ως άστρου δεν θα σβήσει. Ο ίδιος, ασφαλώς, δεν ξέρουμε τι σκέφτεται και είναι άκομψο να τον ρωτήσει κάποιος, στην περιδίνηση προς τη δόξα, αν τελικά αυτή η φανέλα θα φορεθεί ξανά μετά από αυτό το καλοκαίρι. Το ζήτημα είναι να φορεθεί ξανά… άμα μπει ο Ιούλης, στον προημιτελικό του Παγκόσμιου Κυπέλλου. Η Αργεντινή του παίζει ως αουτσάιντερ με τη Γαλλία το Σάββατο, 30 Ιουνίου, στις 17:00. Ο θεατής πρέπει να είναι βλοσυρός, διότι σε πολύ λίγες περιπτώσεις αυτή η ομάδα έχει βγάλει χαρακτήρα, ειδικά σε παιχνίδια με μεγάλες ομάδες. Δεν έχει νικήσει καμία, που λέει ο λόγος, όλα αυτά τα χρόνια, παρά μόνο την Ολλανδία στον ημιτελικό του 2014 και αυτό στα πέναλτι. Δεν νίκησε ούτε τη Βραζιλία, έστω για να φτάσει στον τελικό του Κόπα Αμέρικα, μία Βραζιλία σε αποσύνθεση, ειδικά το καλοκαίρι του 2015, αλλά και το 2016, όταν και προετοιμαζόταν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο Μέσι το ξέρει αυτό, καλύτερα από όλους. Αν έχει αποφασίσει ότι αυτή θα είναι η τελευταία παρουσία του με την Εθνική στο ποδόσφαιρο, τότε θα μπει καμικάζι στην Αρένα του Καζάν, και θα την καταστήσει αρένα με πεζό «α». Ίσως να σκέφτεται (αν και δεν είμαστε οι χιαστοί του ή οι μηνίσκοι του, για να ξέρουμε πόσο τον πονούν καθημερινά και… ατραυμάτιστοι) ότι θα άξιζαν δύο μήνες στα πιτς για να δώσει τα πάντα αυτά τα 90 ή παραπάνω λεπτά. Αν κάτι δεν έχει κάνει, είναι ότι δεν έχει μετουσιώσει την αφοβία του στο γήπεδο σε μία εικόνα που να μπορεί να μεταδοθεί μέσω θρύλων, μίας ιστορίας που ο αφηγητής θα βουρκώσει, στις επόμενες γενεές, για να γίνει στέρεη σαν άγαλμα. Χρειάζεται να γίνει μόνο μία φορά. Αυτό το ματς, απέναντι στους πολύ ισχυρούς «τρικολόρ», με τη δική του ομάδα ξεκάθαρα, ξανά, ελλειμματική, μπορεί να είναι η αρχή ή το τέλος του ήρωα Μέσι, του Μέσι του φολκλόρ. Ενός ποδοσφαιριστή που δεν έχουμε δει ως τώρα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ