Ζιντάν, ο Τρομερός

173

Ο εθνικός ήρωας των Γάλλων Ζινεντίν Ζιντάν συγκινεί ακόμα τους συμπατριώτες του τόσο δυνατά, ώστε στο τρένο για το Νίζνι Νόφγκαρατ, περίπου οκτώ ώρες πριν την έναρξη του προημιτελικού της Γαλλίας με την Ουρουγουάη, να πιάσουμε συζήτηση για εκείνο το Παγκόσμιο Κύπελλο. Εκείνο το Παγκόσμιο Κύπελλο. Το Παγκόσμιο Κύπελλο Εκείνο. Του 2006, 12 χρόνια πριν δηλαδή, στη Γερμανία. Με την κουτουλιά του, στο 112’ του τελικού, στον Μάρκο Ματεράτσι.

Αυτή η στιγμή είναι που προκαλεί σφίξιμο στους Γάλλους, ένα πάρα πολύ δύσκολο κοινό. Όσοι δεν ήταν στο Βερολίνο εκείνο το βράδυ, σοκαρίστηκαν με το ριπλέι. Η κάμερα έδειξε τη φάση να παίζεται, ο Αργεντινός διαιτητής Οράσιο Ελιζόντο σταμάτησε το παιχνίδι και έτρεξε προς τη μεριά που ο Ματεράτσι είχε πέσει τανάσκελο στο έδαφος και ο Πάολο Καναβάρο, διακριτικά, έδειχνε προς το μέρος του Ζινεντίν Ζιντάν. Ακόμα και οι Ιταλοί, ακόμα και εκείνος ο Ρίνο Γκατούζο, που δεν υπολόγιζε τίποτα, διαμαρτύρονταν διστακτικά. Μόνο όταν ο Ελιζόντο έβγαλε την κόκκινη κάρτα, ο Γκατούζο έκανε μία χειρονομία στην οποία έδειχνε ότι αποδόθηκε δικαιοσύνη. Ο Ζιντάν πέρασε δίπλα από το Παγκόσμιο Κύπελλο και όταν ο Νταβίντ Τρεζεγκέ έχασε το πέναλτι, σημαδεύοντας το οριζόντιο δοκάρι, ο a propo ήρωας της Ιταλίας στον ημιτελικό με τη Γερμανία, ο αριστερός μπακ Φάμπιο Γκρόσο, είχε το θράσος, όχι μόνο να εκτελέσει το τελευταίο πέναλτι αλλά, να ευστοχήσει και να δώσει το Παγκόσμιο Κύπελλο στους Ιταλούς. Μία εβδομάδα μετά, ελέω των «οργίων» του Λουτσιάνο Μότζι, η Γιουβέντους έπεσε δύο κατηγορίες και στη Μίλαν αφαιρέθηκαν πάνω από μισή ντουζίνα βαθμοί. Φαίνεται ότι, όπως και το 1982, με το δράμα δύο χρόνια πριν των στημένων παιχνιδιών και της τιμωρίας του Πάολο Ρόσι, οι Ιταλοί δεν μπορούν να λειτουργήσουν αν υπάρχει νηνεμία. Κάτι συμβαίνει με το μέσο της Γης, δηλαδή τη Μεσόγειο.

Ο Ζιντάν έφυγε από το ποδόσφαιρο με αυτόν τον τρομακτικό τρόπο, ο οποίος ακόμα και σήμερα προκαλεί ανατριχίλα. Ο κοσμοπολίτης Ζιζού, το αγαπημένο παιδί των Ανιέλι, που αποθεώθηκε από τους οπαδούς της Ρεάλ Μαδρίτης στο «αντίο» του στο παιχνίδι με τη Βιγιαρεάλ και η δική του παρουσία το έφερε, παρά τα μόλις 5 χρόνια που φόρεσε τη φανέλα της, να γίνει μία επίλεκτη προσωπικότητα στην ιστορία της ομάδας, εφάμιλλος του Αλφρέντο ντι Στέφανο, του Έκτορ Φρανσίσκο Χέντο, του Σαντιγιάνα, του Εμίλιο Μπουτραγκένιο, του Ραούλ Γκονζάλες, ο προπονητής της Ρεάλ Μαδρίτης που κατέκτησε τρία συνεχόμενα Κύπελλα Πρωταθλητριών και έφυγε την κατάλληλη στιγμή (σκέφτεσαι, και μετά αμφιβάλλεις αν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο), ήταν ο Αλγερινός Ζιντάν σε αυτήν τη φάση. Το παλικαράκι που έσωσε την καριέρα του μην ακολουθώντας το δρόμο του Νότου και πηγαίνοντας στη Βουργουνδία, για να φορέσει τη φανέλα της Μπορντό και να μυηθεί στην κομψότητα. Μία κομψότητα που μία ολόκληρη πόλη δεν έφτανε, όμως, για να μετρηθεί με ένα κοντρόλ του, μία προσποίηση, ένα συνδυασμό με κοντές μικρές πάσες στη γραμμή του πλαγίου άουτ. Ο Ζιντάν ο μπαλαδόρος ήταν ο Ζιντάν ο μπαλαρίνος, με τη σπάνια ισορροπία, το κοφτερό μυαλό, τη θαυμαστή αντίληψη, την άρτια τεχνική. Ήταν ο καλύτερος παίκτης του κόσμου στην εποχή του και ασφαλώς, με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 και εκείνο του 2006, ένας από τους καλύτερους που εμφανίστηκαν. Ήταν τόση η σαγήνη, που δεν φαινόταν πόσο γρήγορος και δυνατός ήταν, σαν τη Ferrari, το παρουσιαστικό της οποίας ξεπερνά τη λειτουργικότητά της.

Οι Γάλλοι έκαναν δύο χρόνια για να ξεχάσουν. Έπρεπε να έρθει το 2008 και το Ευρωπαϊκό, μαζί με την παρακμή της ομάδας, για να τον νοσταλγήσουν. Σε εκείνη τη διοργάνωση η Γαλλία έπιασε πάτο, συνετρίβη από την Ολλανδία και έχασε εύκολα και από την Ιταλία. Για χρόνια και χρόνια το φάντασμα του Ζιντάν πλανάτο πάνω από το Παρίσι και όποια άλλη γαλλική πόλη παιζόταν ποδόσφαιρο. Ο Ζιντάν, Ελ Σιντ της πολιτικής ζωής, ένα επιχείρημα και μάλιστα σιωπηλό για να μην «τσιμπάει» ο κόσμος με τη λευκή ιδέα της Ακροδεξιάς, ένα είδωλο για τα προάστια, χωρίς καν να ανοίξει το στόμα του. Στις πλάτες του Ντεσαγί, του Βιεϊρά, του Ανρί, ο Ζιντάν οδήγησε την εθνική ομάδα στις σπουδαίες επιτυχίες της, ξεπέρασε τον Μισέλ Πλατινί στη συνείδηση των Γάλλων φιλάθλων, έδωσε το έναυσμα για τη σπουδαία προ εικοσαετίας γιορτή στην Αψίδα του Θριάμβου, στα Ηλύσια Πεδία, στο μαγευτικό Παρίσι. Ήταν 12 Ιουλίου 1998 και είκοσι χρόνια παρά δύο μέρες μετά, η Γαλλία παίζει με το Βέλγιο για να πάει ξανά στον τελικό του Παγκόσμιου Κυπέλλου, έχοντας παρέλθει επίσης δύο έτη, την Τρίτη 10 Ιουλίου, από εκείνη τη μέρα που ο Κριστιάνο Ρονάλντο τραυματίστηκε νωρίς στον τελικό του Euro και ο Φερνάντο Σάντος πήρε, με μαεστρία, το ματς στην παράταση, ρίχνοντας τον επιθετικό Έντερ, ο οποίος έβαλε το νικητήριο γκολ, αφού πρώτα κομμάτιασε το κέντρο των «τρικολόρ» με τον Ζοάο Μουτίνιο. Οι απογοητεύσεις κρατούν, ουσιαστικά, 18 έτη, από την κατάκτηση του Euro 2000, την ισοφάριση του Σιλβέν Βιλτόρ στις καθυστερήσεις και τη νικητήρια χρυσή γκολάρα του Νταβίντ Τρεζεγκέ στον τελικό του Ρότερνταμ με την Ιταλία, η οποία έμοιαζε να προηγείται… μια ζωή σε εκείνο το ματς, έστω κι αν το γκολ του Ντελβέκιο δεν μπήκε παρά στο 55’.

Αλλά και το 2006, μόνο ως νίκη μπορεί να λογίζεται. Όχι, φυσικά, ως λόγος τραγουδιού, κολλάει και δεν βγαίνει η Μασσαλιώτιδα από τα χείλη, αλλά για τον τρόπο με το οποίο ήρθε το «αντίο» αυτού του σπουδαίου ποδοσφαιριστή. Τόσο διαφορετικά από ένα ενδεχόμενο νικηφόρο φινάλε, που μπορεί να μην ήταν καν τέτοιο, αφού πολύ δύσκολα θα άλλαζε η κατάσταση στο σκορ μέχρι να τελειώσει η αναμέτρηση. Θα ήταν φανταστικό, επί παραδείγματι, να έπαιρνε το παιχνίδι η Γαλλία με δικό του πέμπτο πέναλτι, αλλά επίσης η λογική λέει ότι θα έμπαινε πρώτος στη σειρά, για να δείξει το δρόμο προς το θρίαμβο ή την καταστροφή. Οι Ιταλοί ήταν επίσης άχαστοι, αν και, πάλι, η ψυχολογική επιρροή που συνήθως ασκούσε ο Ζιντάν στους αντιπάλους του δεν ήταν αμελητέα ποσότητα. Ό,τι, όμως, κι αν γινόταν σε κανονική διάρκεια παιχνιδιού, εξαιρουμένου ενός απίθανου σουτ του στο 120’, πιθανότατα, και στη διαδικασία των πέναλτι, δύσκολα θα έφτανε στην ουσία του ανθρώπινου είδους, του μεγαλείου και της παρακμής, πιο πολύ από την κουτουλιά στον Μάρκο Ματεράτσι. Σε κάποιον που, αν όχι επί ίσοις όροις, με κάποιον τρόπο έπρεπε να γραφτεί και αυτός στην ιστορία, ως καλτ φιγούρα αλλά και ως θρησκευτική μουτζούρα. Ως ένα τσογλανάκι, όχι που μισείς αλλά, που συμπονάς. Όχι ως κάποιος ζηλωτής, αλλά που παίρνει το δρόμο του Θεού με το δικό του τρόπο. Ενός θεού που θυμώνει, νιώθει την οργή του στο στήθος του, αλλά δεν παύει να είναι παιδί του.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ