‘Ενα κακό βορειοϊταλικό σπυρί

524

Στους ημιτελικούς του Champions League του 2015 όλος ο κόσμος προετοιμαζόταν, επιτέλους, για έναν τελικό Ρεάλ Μαδρίτης-Μπαρτσελόνα. Από όλες τις φορές, τα τελευταία χρόνια, που οι δύο ομάδες έφτασαν να παίξουν το τελευταίο ματς του πάλαι (και δίπαλαι) Κυπέλλου Πρωταθλητριών, αυτή ήταν η πιο κοντινή. Το 2-1 της Γιουβέντους στο πρώτο ματς έδινε το προβάδισμα στη Ρεάλ. Ο Κριστιάνο Ρονάλντο έδωσε σκορ πρόκρισης στους Μαδριλένους στο 23’, αλλά ο Άλβαρο Μοράτα, δανεικός από τους «μερένχες» στη «σινιόρα», ισοφάρισε στο 57’ και έτσι στις 13 Μαΐου η Γιουβέντους ήταν που προκρίθηκε στον τελικό με την Μπαρτσελόνα.

Αυτή ήταν η τελευταία αντάμωσή τους πριν από εκείνη που είναι προγραμματισμένη να γίνει το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης στο Τορίνο. Ασφαλώς μεσολάβησε ο περυσινός τελικός, στον οποίο η Ρεάλ νίκησε 4-1 και έγινε η πρώτη ομάδα μετά τη Μίλαν, το 1990, που κατακτά διαδοχικό Κύπελλο Πρωταθλητριών. Ωστόσο, οι δύο τελικοί μεταξύ τους δεν έχουν κοντινή συγγένεια με τις φορές που οι δύο ομάδες έχουν ανταμώσει σε διπλά ματς. Το καταπληκτικό στην υπόθεση είναι ότι από τότε που η διοργάνωση μετονομάστηκε σε Champions League, πριν από σχεδόν 26 χρόνια, η Γιουβέντους έχει αποκλείσει τη Ρεάλ τέσσερις φορές, σε ισάριθμες συναντήσεις μεταξύ τους πλην τελικών. Βεβαίως, έχει χάσει και τον τελικό του 1998 στο Άμστερνταμ, με το γκολ του Πρέντραγκ Μιγιάτοβιτς, παρ’ όλα αυτά τα συγκεκριμένα ματς είναι διαφορετική ιστορία, για τη Γιουβέντους ακόμα περισσότερο. Μπορεί να πει κάποιος ότι έχει αλλεργία στο να τους νικάει, για αυτό και τις δύο φορές που το έκανε ήταν με πέναλτι: το 1985 στον απόηχο της απίστευτης τραγωδίας στο «Χέιζελ» των Βρυξελλών με τη Λίβερπουλ, όταν ο Μισέλ Πλατινί ευστόχησε στην εσχάτη των ποινών αν και ο Ζμπίγκνιεβ Μπόνιεκ ανατράπηκε εκτός περιοχής και το 1996 με τον Άγιαξ στα πέναλτι. Έχει χάσει από τον Άγιαξ το 1973, από το Αμβούργο το 1983, από την Ντόρτμουντ το 1997, από τη Ρεάλ το 1998, από τη Μίλαν στα πέναλτι το 2003, από την Μπαρτσελόνα το 2015, από τη Ρεάλ το 2017. Μέχρι την ήττα της από τους «μπλαουγκράνα» πριν από 3 χρόνια είχε όσους χαμένους τελικούς μετρούν η Μπάγερν Μονάχου και η Μπενφίκα, δηλαδή 5, αλλά την τελευταία τριετία τις προσπέρασε.

Η Γιουβέντους, όμως, δεν έχει χάσει ποτέ από τη Ρεάλ στο Τορίνο. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις. Το 1962 και το 1987, που αποκλείστηκε από τη «βασίλισσα», τη νίκησε με το ίδιο σκορ, 1-0. Τη νίκησε 2-0 το 1996, 3-1 το 2003, 2-0 το 2005 (και τα τρία σκορ πρόκρισης), 2-1 το 2008, στους ομίλους και 2-1 το 2015, στον πρώτο ημιτελικό. Η μόνη φορά που η Ρεάλ δεν έχασε ήταν το 2013, 2-2. Πάει να πει, 7 νίκες σε 8 παιχνίδια. Απίστευτο. Σε αντιδιαστολή, με την Μπάγερν, που λογίζεται κακός βραχνάς της, έχει σε 8 ανταμώσεις σε διπλά παιχνίδια 5 προκρίσεις, με την τελευταία να έρχεται πέρυσι στον εντυπωσιακό όσο και επεισοδιακό δεύτερο προημιτελικό.

Τι έχει, λοιπόν, η Γιουβέντους που όσα χρόνια κι αν περάσουν, όχι απλώς δυσκολεύει αλλά, καταβάλλει τη Ρεάλ; Όσο κι αν δεν είναι αρκετό το μυστήριο της φανέλας, κουβαλάει μαζί του έναν σωρό ιδιώματα. Η Ρεάλ είναι από τις πιο καθαρές ομάδες στην ιστορία, στο ρόλο που παίζει ως θύτης. Ποτέ δε διεκδίκησε την αυτοπάθεια, ένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό, ούτε ενσάρκωσε μία άλλη ιδέα, υποκρινόμενη ότι ανταποκρίνεται σε λαϊκά στρώματα, περισσότερο από τη γαλαζοαίματη υφή της. Αν η λέξη «καθαρή» χτυπάει κάπως, η λέξη «ειλικρινής» καθρεφτίζει περισσότερο τη Ρεάλ Μαδρίτης. Η Γιουβέντους, από τη μεριά της, δεν είναι λίγες οι φορές που νιώθεις ότι μοιάζει με ατμόπλοιο στη φουρτούνα. Φαίνεται ότι ζει από αυτή και είναι το σύμβολο εκείνου που εννοούσε ο Τζιάνι Μπρέρα όταν έγραψε «στην Ιταλία δεν ταιριάζει η επίθεση, είναι παράταιρη με την ταυτότητά της». Η Ιταλία ζει επειδή αμύνεται, επειδή αυτό κάνει καλύτερα από όλα. Κι αν η έφεσή της προς την τέχνη, όπως αποδεικνύεται από τα θεία δεκάρια της, είναι οφθαλμοφανής, αυτό δεν την εμποδίζει, όταν κοιταχθεί στον καθρέφτη, να διακρίνει τα προτερήματά της. Θα μπορούσα να ακούω άριες όλη μέρα, αλλά δε σημαίνει ότι μπορώ να τις τραγουδήσω. Αν η δουλειά μου κρινόταν από το αν θα τραγουδούσα ή όχι, δε θα άνοιγα το στόμα μου ούτε για να μιλήσω.

Με αυτόν τον τρόπο, η Γιουβέντους εισδύει στις αρτηρίες της Ρεάλ. Το είπε ο Τζίτζι, αειθαλής και… γειωτής πολλών κειμένων περί αποχώρησής του, λίγες ώρες πριν από το πρώτο ματς, όταν ανέφερε ότι «στα διπλά παιχνίδια δεν περνάει πάντα η καλύτερη ομάδα». Ο Μπουφόν δεν ανακάλυψε την Αμερική περισσότερο από το να υπενθυμίσει στον οργανισμό Ρεάλ τι έγινε το 2003, το 2005, το 2015 ασφαλώς. Από το 130ο λεπτό των αναμετρήσεων και μετά, άρχισε το βασιλικό ξεχαρβάλωμα. Όπως έκανε και με την Τότεναμ, η Γιουβέντους σιγά σιγά αποσυναρμολόγησε τη Ρεάλ, ενώ στην αρχή έμοιαζε να υποφέρει. Ποτέ, σε αυτές τις ρεβάνς, όπως και εκείνη του 1996, η Ρεάλ ένιωσε ότι βρισκόταν σε πραγματική θέση ισχύος. Υπήρχε ένα κενό, μία απορία, το γρύλλισμα του κακού λύκου που κρυβόταν πίσω από τους θάμνους και περίμενε την πανσέληνο στη σωστή γωνία με το έδαφός του για να βγει.Την ώρα που η Ρεάλ πυροβολούσε στα τυφλά, η Γιουβέντους ακόνιζε τα μαχαίρια της. Κάτι που, φυσικά, δεν μπορεί να γίνει σε 90 λεπτά, για αυτό βρέθηκε να αποτυγχάνει σε δύο περιπτώσεις νοκ άουτ παιχνιδιού, ενός συγκεκριμένου παιχνιδιού που η Ρεάλ έχει παίξει περισσότερες φορές από κάθε άλλο και ξέρει να παίζει καλύτερα από κάθε άλλον.

Σε αυτούς τους προημιτελικούς, όμως, τα λεπτά δεν είναι 90. Είναι 180 ή, όπως συνέβη τόσο το 1996 όσο και το 2005, 210. Η Γιουβέντους χρειάζεται να παίξει στα 30. Στα υπόλοιπα πρέπει απλώς να κρατήσει. Αν τα καταφέρει και η Ρεάλ δεν έχει κάνει τη δουλειά ως τότε, θα φτάσουμε στο γνωστό και γνώριμο, πια, «δεν μπορείς να κάνεις κάθε φορά το ίδιο πράγμα και να περιμένεις διαφορετικό αποτέλεσμα».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ